Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Ο χορός των κατασκόπων


Σκηνοθεσία: Τζέιμς Μαρς.
Πρωταγωνιστούν: Κλάιβ Όουεν, Άινταν Γκίλεν, Μπριτ Μπρέναν, Ντέιβιντ Ουίλμοντ, Γκίλιαν Άντερσον.


Η οικογένεια Μακ Βέι ζει στο Μπέλφαστ και όλα της τα μέλη είναι  προσκείμενα στον IRA. Η μητέρα θα κατηγορηθεί για απόπειρα βομβιστικής επίθεσης στο Λονδίνο και θα συλληφθεί. Η ποινή της είναι 25 χρόνια φυλάκιση. Για να την αποφύγει θα πρέπει να δεχτεί την πρόταση που της κάνει ένας αξιωματικός της αγγλικής ΜΙ5. Να κατασκοπεύει τους ίδιους της τους συντρόφους.
Επιλέγει την επιστροφή στην οικογένειά της, αλλά κινεί τις υποψίες όταν μια μυστική επιχείρηση του αδελφού της ναυαγεί, θέτοντας παράλληλα σε κίνδυνο ολόκληρη την οικογένειά της.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα φροντισμένο σε όλα του τα επίπεδα δραματικό κοινωνικό θρίλερ, που συνδυάζει αποτελεσματικά την ατομική, υπαρξιακή τραγωδία με την κοινωνική. Ο σκηνοθέτης, δίχως στιγμή να χάνει τον ιδεολογικό του άξονα, δίνει έμφαση στο πλάσιμο των χαρακτήρων και στις μεταξύ τους σχέσεις.
Έντιμη και με «καθαρό» λόγο ταινία, που επαναφέρει στο προσκήνιο το μέγιστο κοινωνικό πρόβλημα των Ιρλανδών. Η ταινία βασίζεται σε βιβλίο του Τομ Μπράντλι, ο οποίος έχει γράψει και το σενάριο.

14 σχόλια:

Seven Films είπε...

Πίσω στο 1993, στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας, η Colette McVeigh (Andrea Riseborough) βρίσκεται σε ένα κρίσιμο δίλημμα. Για να αποφύγει το ενδεχόμενο μιας 25ετούς ποινής φυλάκισης, θα πρέπει να καταδώσει τους συντρόφους της από τον ΙRΑ στις Βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Όμως η απόφασή της δεν θα είναι εύκολη, ενώ η Colette βασανίζεται ακόμα και τώρα από το θάνατο του μικρότερου αδελφού της. Στα 12 της χρόνια τον είχε στείλει για ένα μικροθέλημα του πατέρα της, όμως όταν εκείνος βγήκε από το σπίτι βρέθηκε καταμεσής μιας σφοδρής οδομαχίας μεταξύ του ΙΡΑ και του στρατού χάνοντας τη ζωή του. Προσπαθώντας να αποφασίσει η Colette, έχει στο πλευρό της τον σκληρό και πανέξυπνο πράκτορα Mac (Clive Owen) της MI5. Εκείνος θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί το παρελθόν της κοπέλας για να την χειραγωγήσει και να την αναγκάσει να δώσει στοιχεία...

Το χαρακτηριστικά βραδυφλεγές φιλμ του James Marsh είναι η απάντηση στην ερώτηση πως θα έμοιαζε αισθητικά ένα κατασκοπικό θρίλερ δια χειρός Ken Loach. Κινούμενο μεταξύ κοινωνικού ρεαλισμού και κατασκοπικής ίντριγκας το «Shadow Dancer» πετυχαίνει να μεταδώσει την αίσθηση μιας πιστής αναπαράστασης της ταραχώδους εποχής και το γεωγραφικού περιβάλλοντος που λαμβάνει χώρα η ιστορία. Το βάρος του ηθικού διλλήματος της ηρωίδας αποτυπώνεται στην ερμηνεία της ανερχόμενης Andrea Riseborough, μέσω μιας εμφανούς στο θεατή συστολής όποτε απαιτείται να προσποιηθεί στα αγαπημένα της πρόσωπα, τα οποία καλείται να προδώσει. Ατυχής η προσθήκη μιας βεβιασμένης ερωτικής πλευράς στη σχέση της Colette με τον Mac, που στόχο έχει να φορτίσει περισσότερο συναισθηματικά την κατάληξη της ιστορίας, προσθήκη αχρείαστη δεδομένης της βαρύτητας που φέρει η αποκάλυψη, που κορυφώνει το οικογενειακό δράμα.

Λιγότερο σημαντικό απ' ότι διαλαλούν τα (παραδοσιακά υπέρ του δέοντος ευγενικά προς τα εγχώρια κινηματογραφικά προϊόντα) βρετανικά έντυπα, μα σταδιακά απορροφητικό και καθ' όλα έντιμο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ www.cinemanews.gr

Seven Films είπε...

ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΥΦΟΥΣ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΘΡΙΛΕΡ ΠΟΥ ΡΙΧΝΕΙ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥΣ. ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΟ ΜΕ ΟΣΚΑΡ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡΙΣΤΑ ΤΟΥ "ΣΕ ΤΕΝΤΩΜΕΝΟ ΣΚΟΙΝΙ" ΚΑΙ ΜΕ ΜΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΗΣ ΑΝΤΡΕΑ ΡΑΙΖΜΠΡΟ ("ΑΝΗΛΙΚΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ", "W.E.").
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΤΣΗΣ ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Seven Films είπε...

Το ντοκιμαντέρ Σε Τεντωμένο Σχοινί (2008) του Τζέιμς Μαρς μάς είχε εκπλήξει με την πρωτοτυπία του σκηνοθέτη να αποδώσει το ακροβατικό εγχείρημα του Φιλίπ Πετί (να περπατήσει στα 1970 με σχοινί ανάμεσα στους Δίδυμους Πύργους), προς το τέλος του φιλμ, μόνο με φωτογραφίες. Εκεί φαινόταν η δυνατότητα του να κάνει σινεμά με ελάχιστα μέσα. Πράγματι, στο παρόν μυθοπλαστικό δράμα δείχνει μια ωριμότητα στον δραματικό ρεαλισμό. Με περιορισμένους διαλόγους και συχνά, με κάμερα στο χέρι, παρακολουθεί τους ήρωές του και αποδίδει καταστάσεις που μοιάζουν απλές, καθαρές αλλά είναι πολύσημες. Η Κολέτ πιστεύει ως ένα βαθμό στον αγώνα, ίσως καταλαγιάζει τις τύψεις της για τον χαμένο της αδελφό, σίγουρα θα έκανε τα πάντα για το παιδί της, δεύτερο «αίμα της», δεν θα δεχόταν να χαθεί. Ο ένας της αδελφός, από τη μια είναι αγωνιστής, από την άλλη και κείνος πονάει για τη φαμίλια του. Η μάνα τους πόσο, έτσι απλά, υπομένει ή ίσως καταλαβαίνει περισσότερα ή και εμπλέκεται; Ο Μαρκ πόσο πιστός μπορεί να είναι στο Στέμμα όταν δοκιμάζεται ο ηθικός του κώδικας;

Το φιλμ μοιάζει απλό, αλλά αν παρατηρείς με ενάργεια βρίθει από συνιστώσες. Η σκηνή του φιλιού λίγο πριν το τέλος είναι ενδεικτική. Η Κολέτ δεν ορμάει ξαφνικά στα χείλη του Μαρκ από ερωτική παρόρμηση, ούτε υποκρίνεται τίποτε, πρόκειται για κραυγή βοήθειας που ενστικτωδώς εκφράζεται με ερωτικό τρόπο γιατί αυτός ο τρόπος είναι πολύ ισχυρός. Και από μεριά του, ο Μαρκ «σπάει» γιατί ακριβώς αυτή η εγγύτητα κάνει τον κώδικά του να ξεχυθεί. Και οι δύο τους παίζουν εσωτερικά, όπως ταιριάζει στο όλο σκηνοθετικό, πυκνό ύφος, ενώ παρόλη τη «φτώχεια» της δράσης, ο Τζέιμς καταφέρνει να διατηρεί ένα υπόγειο σασπένς. Ένας κοινωνικός μικρόκοσμος που αγωνιά, μισεί, ποθεί, ασθμαίνει. Η απόδοση ενός γκρίζου, «κατοχικού» Μπέλφαστ είναι εξαιρετική, όπως και η ιρλανδική ατμόσφαιρα σε σπίτια και σε παμπ, φορτισμένα με μια βαριά, σπαρτιατική σιωπή. Το τέλος, πάντα ελλειπτικό, απογειώνεται στα επίπεδα οικογενειακής τραγωδίας, με θυσίες από τις οποίες κανείς δεν είναι κερδισμένος πέρα από την δυνατότητα να υπάρξει ένα μέλλον ανθρωπινότερο, ίσως για τους επόμενους. Η έλλειψη δυνατής συγκίνησης ίσως ερμηνευτεί ως αδυναμία του φιλμ, αλλά είναι κάτι που συχνά το «διαβάζουμε» σε Βαλκάνιους κι Ανατολίτες σκηνοθέτες ως «πυκνή σκέψη»….γιατί όχι σε έναν Εγγλέζο;
ΧΑΡΗΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ www.cine.gr

Seven Films είπε...

Οσο και να προσπαθεί ο Τζέιμς Μαρς να στριμώξει το ιδεολογικό στοιχείο σε ιστορικά πλαίσια σκηνογραφικού τύπου background, οι εικόνες από την κηδεία του μαχητή του ΙΡΑ την επαναφέρουν στο προσκήνιο. Με μια σκηνή από την καθημερινότητα του Μπέλφαστ του 1973 ανοίγει το φιλμ. Με ένα αγοράκι που πηγαίνει στο περίπτερο για τσιγάρα και το γυρίζουν σπίτι, άψυχο πτώμα. Η μεγαλύτερή του αδελφή, για 20 ολόκληρα χρόνια, πίστευε ότι η σφαίρα ήταν εγγλέζικη. Τώρα, το 1993, που οι Αγγλοι μυστικοί του Μ15 της την είχαν στημένη και την συνέλαβαν για τρομοκρατική ενέργεια στο Λονδίνο, μαθαίνει ότι η αδέσποτη σφαίρα που σκότωσε το '73 τον μικρό της αδελφό βγήκε από ιρλανδική κάννη. Μήπως είναι έτσι; Μητέρα ήδη ενός μικρού «προβληματικού» αγοριού, ζυγιάζει την κατάσταση. Θα κάνει οτιδήποτε για το γιο της. Ετσι δέχεται να γίνει «καρφί» στην τοπική του ΙΡΑ, αφού πήρε διαβεβαιώσεις ότι «δεν πρόκειται κανένας να πάθει κακό...».
Εχει μορφή θρίλερ η πιο αξιόλογη ταινία της βδομάδας. Μια κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του δημοσιογράφου Τομ Μπράντμπι, ανταποκριτή επί σειρά ετών στη Β. Ιρλανδία, για μια ιστορία που γεννιέται πάνω σε μια τόσο παλιά σύγκρουση και με τόσο βαθιές ρίζες μίσους που ξεχύθηκαν και φύτρωσαν στο DNA γενεών και γενεών. Ετσι, το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο είναι πια πράγματα αυτονόητα... Είναι σαν να αναρωτιέται κανείς σήμερα αν η Τουρκία έχει δίκιο για την κατοχή στη Βόρεια Κύπρο... Ο σκηνοθέτης Τζέιμς Μαρς μπορεί να αποφεύγει να πάρει θέση υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά παίρνει καθαρά θέση απέναντι στο «άδικο». Μας μεταφέρει στο μονότονα γκρίζο και θλιβερό Μπέλφαστ των αρχών του '90 - ίδιο κι απαράλλαχτο, αν όχι χειρότερο από κείνο του '70. Στο εσωτερικό των φτωχόσπιτων, στις κουζίνες και τις υγρές κρεβατοκάμαρες με τις χάρτινες ταπετσαρίες στους τοίχους. Γιατί ο ταξικός διαχωρισμός στην απεικόνιση των κατοικιών είναι σαφέστατος. Αυτοί που στηρίζουν τον ΙΡΑ κατοικούν στριμωγμένοι στις γκρίζες εργατογειτονιές και παλεύουν με μια δύσκολη καθημερινότητα. Οι άλλοι κρύβονται σε βιλίτσες και μονοκατοικίες, σε πολυτελή ξενοδοχεία και ευρύχωρα κρατικά γραφεία που πληρώνουν οι φτωχοί...
Το σενάριο της ταινίας έγραψε ο ίδιος ο Μπράντμπι. Παρότι δεσμευμένο στον χωρόχρονο εκπέμπει μια καταλυτική διαχρονικότητα... αποκαλύπτοντας κρατικούς μηχανισμούς και μεθόδους παλιές όσο το αστικό κράτος... Ενα σενάριο χωρίς νοηματικά και εννοιολογικά κενά, με ολοκληρωμένες αιτιάσεις, με ανθρώπινους χαρακτήρες... Και η κάμερα του Μαρς, στον ώμο επί το πλείστον, πολύ κοντά στα πρόσωπα, μην της ξεφύγει και η πιο ανεπαίσθητη έκφραση. Αλλεργική στην πολυλογία, ρυθμισμένη με θαυμαστή εκφραστική οικονομία και μετρημένη ώστε να ισορροπούν στην κόψη του ξυραφιού ήθος και ηθική, αφοσίωση και προδοσία, με δηλωμένη την παρουσία της αρχετυπικής έλξης άνδρα/γυναίκας χωρίς ούτε στιγμή να υποκύπτει σε κακοτοπιές που κρύβει το μελόδραμα... Οι ερμηνείες εξαιρετικές, με τη διάφανη Αντρέα Ραϊζμπόροου επικεφαλής, αλλά κι έναν πρωτόγνωρης ευαισθησίας και ανθρωπιάς Κλάιβ Οουεν, σαστισμένος κι ο ίδιος από τον εαυτό του που ακόμα μπορεί να αισθάνεται... καταλήγει ο Μαρς, αφήνοντας το τέλος της ταινίας ανοιχτό. Γιατί τίποτα δεν έκλεισε και η ζωή και ο αγώνας συνεχίζονται... Μην την χάσετε!!!
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Seven Films είπε...

Η Κολέτ ΜακΒέι, είναι μια μητέρα μόνη, που ζει στο Μπέλφαστ με τη μητέρα και τα αδέρφια της, σκληροπυρηνικά μέλη του IRA. Oταν θα συλληφθεί για απόπειρα βομβιστικής επίθεσης στο Λονδίνο, ένας αξιωματικός της MI5, θα της δώσει μια επιλογή: να χάσει τα πάντα και να καταδικαστεί σε 25 χρόνια φυλάκιση, ή να λειτουργήσει ως κατάσκοπος για εκείνους. Με τη ζωή του γιού της στα χέρια της, επιλέγει να επιστρέψει στην οικογένεια της, αλλά θα δημιουργήσει υποψίες, όταν μια μυστική επιχείρηση του αδερφού της θα πέσει σε ενέδρα, και θα βάλει την ίδια και όλη την οικογένεια της σε εξαιρετικό κίνδυνο.

Το «πρόβλημα» της Βόρειας Ιρλανδίας, έχει δώσει μέχρι σήμερα δεκάδες καλές, ή λιγότερο καλές ταινίες, κάποιες με περίσσευμα άποψης, κάποιες με έμφαση στη βία και την ένταση, άλλες καταγγελτικές, κάποιες βαθιά πολιτικές.

Ο Τζέιμς Μαρς δεν βλέπει τον λόγο να κάνει άλλη μια τέτοια ταινία, όπως άλλωστε δηλώνει, αρχικά όχι απλά δεν ενδιαφερόταν να γυρίσει το «Shadow Dancer» αλλά δεν είχε καν τη διάθεση να διαβάσει το σενάριο.

Βασισμένο στο βιβλίο ενός Βρετανού δημοσιογράφου, ανταποκριτή στην Βόρεια Ιρλανδία, το σενάριο όπως θα το δείτε στην οθόνη, κυριολεκτικά απογυμνωθεί από κάθε υποψία δράσης, και έχει κατεβάσει τους τόνους των politics, για να επικεντρωθεί στην ανθρώπινη πλευρά του δράματος. Ο Τζέιμς Μαρς λέει πως το μπάτζετ του φιλμ δεν θα τους επέτρεπε ούτως ή άλλως να κάνουν μια ταινία με κυνηγητά αυτοκινήτων θεαματικές εκρήξεις και σκηνές πλήθους όπως ήθελε το σενάριο, αλλά στην πραγματικότητα, κάτι που θα μπορούσε να μοιάζει με μειονέκτημα, είναι στην περίπτωση του «Shadow Dancer» μάλλον ευλογία.

Η μετρημένη εσωτερική αφήγηση, η σχεδόν παλιομοδίτικα στυλιζαρισμένη αλλά καθόλου επιδεικτική σκηνοθεσία, κατορθώνουν να στήσουν μια ατμόσφαιρα ασφυκτικής έντασης, δίχως να χρησιμοποιήσουν κανένα από τα τεχνάσματα ενός τυπικού θρίλερ.

Από την πρώτη σκηνή στα 1973 όταν ο μικρός αδερφός της ηρωίδας σκοτώνεται από πυρά στους δρόμους του Μπέλφαστ μέχρι το τέλος του φιλμ το επίκεντρο θα είναι εκείνη, η δική της ζωή. Την επόμενη φορά που θα την συναντήσουμε θα είναι είκοσι χρόνια αργότερα, όταν θα συλληφθεί μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα να βάλει μια βόμβα στο μετρό του Λονδίνου και θα της δοθεί η ευκαιρία να γίνει πληροφοριοδότης για τις δραστηριότητες των αδελφών της που αποτελούν ενεργά μέλη του IRA.

Η Αντρέα Ράισμπορο, ηθοποιός με ρόλους σε φιλμ όπως το «Ανήλικος Δολοφόνος», ή πιο πρόσφατα το «W.E.» της Μαντόνα, δείχνει το αληθινό μέγεθος του ταλέντου της σε έναν ρόλο που εξηγεί γιατί είναι μια από τις πλέον περιζήτητες ηθοποιούς των ημερών μας. Κρατώντας την ταινία στους ώμους της κατορθώνει να χτίσει μια ηρωίδα που δεν μοιάζει καθόλου με το κλισέ μιας ηρωίδας ή μιας τρομοκράτισσας, αλλά μάλλον με μια γυναίκα που βρίσκεται παγιδευμένη σε έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει.

Μπορεί το φιλμ του Μαρς να θέλει να κοιτάξει αντικειμενικά το Ιρλανδικό πρόβλημα, αλλά αυτό δεν κάνει την ταινία του λιγότερο πολιτική. Επικεντρώνοντας στο εσωτερικό ενός σπιτιού, στους ανθρώπους που ζουν στο δέρμα τους την επώδυνη κατάσταση που η θρησκεία, η πολιτική, η αδιαλλαξία συντηρούν, κατορθώνει να αγγίξει την ουσία του προβλήματος χωρίς ευκολίες ή διδακτισμό.

Και ταυτόχρονα μέσα από την ματιά του στην Βρετανική πλευρά, στον ηθικό πράκτορα που υποδύεται με σιωπηλή σιγουριά ο Κλάιβ Οουεν και την επικεφαλής της ομάδας του που ντύνει με απολαυστική ψυχρότητα η Τζίλιαν Αντερσον προσθέτει στο μείγμα την βάση ενός βραδυφλεγούς θρίλερ και σχηματίζει μια ολοκληρωμένη εικόνα ενός από τους πιο δύσκολους να λυθούν γρίφους της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ www.flix.gr

Seven Films είπε...

Μια σύνθετη σε χαρακτηρολογία και ηθικά διλήμματα ιστορία κατασκοπείας δουλεμένη με θαυμαστή αμεσότητα, και μια εξαιρετική Ράιζμπρο στον κεντρικό ρόλο. Αδύναμο όμως δραματικά το κομμάτι της ερωτικής έλξης ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές.

Στο Μπέλφαστ του 1973, η μικρή Κολέτ αγγαρεύει τον μικρό της αδελφό με ένα θέλημα που ήταν η ίδια να κάνει, και αργότερα γίνεται μάρτυρας του φρικτού θανάτου του από σφαίρες που δέχθηκε σε μια οδομαχία. 20 χρόνια μετά, μαχήτρια του ΙRΑ πια και μητέρα ενός αγοριού, συλλαμβάνεται από τις αγγλικές αρχές στην απόπειρά της να τοποθετήσει μια βόμβα στο λονδρέζικο μετρό. Και πεπεισμένη από έναν πράκτορα της MI5 πως την περιμένει πολυετής φυλάκιση μακριά από το παιδί της, δέχεται την πρότασή του να κατασκοπεύσει τα ίδια της τα αδέλφια, σκληροπυρηνικά μέλη του ΙRΑ, και να τον ενημερώνει για τα σχέδιά τους...


Shadow Dancer
Ο Τζέιμς Μαρς, που πρωτογνωρίσαμε το 2005 με το εξόχως αιχμηρό δράμα «Ο βασιλιάς» και θαυμάσαμε ξανά προ τριετίας με το τιμημένο με Οσκαρ ντοκιμαντέρ «Σε τεντωμένο σχοινί», εξελίσσεται σ' έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του σύγχρονου βρετανικού σινεμά, όπως επιβεβαιώνει και τούτη η νέα του δουλειά.
Αν και βασισμένος σε μυθοπλαστικό βιβλίο (του πρώην τηλεοπτικού ρεπόρτερ Τομ Μπράντμπι, που κάλυψε σε έκταση τη διαμάχη μεταξύ ΙRΑ και αγγλικής κυβέρνησης στις αρχές της δεκαετίας του '90 κι ενώ η προοπτική της ειρήνευσης οδηγούσε σε ακόμα βιαιότερες συμπλοκές), ο «Χορός των κατασκόπων», ηχεί ολότελα αληθινός στον τρόπο που αφηγείται την ιστορία του.

Χαρακτήρες γνήσιοι και διλήμματα οικεία στην υπηρεσία μιας απέριττα ρεαλιστικής γραφής που εκθέτει χωρίς να κρίνει, που ανάγει χωρίς να δημαγωγεί τα προσωπικά «κουβάρια» των ενοχών, της θλίψης και της οργής σε μια τραγωδία μαζική.

Αν παραβλέψουμε το μάλλον αστήριχτο δραματικά σκέλος της ερωτικής έλξης ανάμεσα στον πράκτορα και το «καρφί», δεν θυμόμαστε κανένα σενάριο κατασκοπείας στο πρόσφατο παρελθόν (δεν εξαιρείται ούτε το άνισο «Και ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι») που να έχει χειριστεί τα βασανισμένα υποκείμενά του με τέτοια οξύτητα, καμία ταινία του είδους που να έχει καταδείξει την ηθική τους σύγχυση με τέτοια λιτότητα αλλά και σαφήνεια. Ολα τα παραπάνω καταγράφονται λεπτομερώς στη μητρική φιγούρα και το θλιμμένο βλέμμα της εκπληκτικής Αντρεα Ράισμπρο και σφραγίζονται εσχάτως με το σπαραχτικό φινάλε-γροθιά στο στομάχι.

ΡΟΜΠΙ ΕΚΣΙΕΛ ΕΘΝΟΣ

Seven Films είπε...

Περίεργη και συνάμα ιδιαίτερη η ταινία αυτή. Μετεωρίστηκα με το τέλος της. Πράγματι αναπάντεχο, σώζει όλη την ταινία και αναδεικνύει –μέσα από το ρόλο της- την Άντρεα Ράιζμποροου σε σύγχρονη femme fatale, που παλεύει για την ευτυχία της, το παιδί της, την τιμή της οικογένειας της, την ιδεολογία της.

Αν και αδιάφορος ο Κλάιβ Όουεν και κάπως άνευρη η σκηνοθεσία του Τζέιμς Μαρς, από τον οποίο περίμενα πολλά περισσότερα μετά και το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του “Σε Τεντωμένο Σχοινί”, η νεαρή ενζενί ηθοποιός είναι η αποκάλυψη μιας ταινίας που παίζει με τα ψυχικά παιδικά τραύματα, τις βαθιές κοινωνικοπολιτικές διαφορές που χωρίζουν δεκαετίες τώρα τον κόσμο στο Νησί, και στο παρά πέντε δεν γίνεται μια ακόμη ταινία με επίκεντρο τον ΙΡΑ.

Σου προτείνω να τη δεις: αφενός για τη δύναμη και το πάθος της ερμηνείας της Ράιζμποροου και αφετέρου για να εμπεδώσεις, ίσως με λίγο διαφορετικότερο τρόπο από τις άλλες ταινίες, ποια είναι αυτά που ουσιαστικά χωρίζουν τους Ιρλανδούς με τους Εγγλέζους.
ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ www.sevenart.gr

Seven Films είπε...

Kι ενώ το καλοκαίρι φθάνει στο τέλος του με τη φαντασμαγορική πανσέληνο της Παρασκευής, εμείς θα το αποχαιρετίσουμε με μια βουτιά στα βαθιά σαν άβυσσο, θολά σαν δάκρυα και κόκκινα σαν αίμα νερά του ιρλανδικού προβλήματος από έναν βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντερίστα.

Mπέλφαστ 1993. Σε μια γεμάτη αγκάθια περίοδο της πρόσφατης βρετανικής ιστορίας αναφέρεται στη δεύτερη ταινία του ο βραβευμένος με Όσκαρ το 2008 Tζέιμς Mαρς. H Βορειοϊρλανδέζα Κολέτ ΜακΒέι, υπό την απειλή 25ετούς κάθειρξης και της επακόλουθης στέρησης του παιδιού της, καλείται να επιλέξει μεταξύ των αδελφών της, που είναι σκληροπυρηνικοί μαχητές του ιρλανδικού επαναστατικού στρατού, και των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, οι οποίες την εκβιάζουν να ενταχθεί στο δίκτυό τους. H Kολέτ, κυνηγημένη από τις παιδικές μνήμες μιας άσκοπης αιματοχυσίας, ζει γεμάτη τύψεις για το θάνατο του μικρότερου αδελφού της. Στη συγκλονιστική εναρκτήρια σεκάνς της ταινίας, η δωδεκάχρονη τότε Kολέτ, όντας απασχολημένη με κάτι άλλο, στέλνει για ένα μικροθέλημα που ζητάει ο πατέρας της το αδελφάκι της στη θέση της. Bγαίνοντας, όμως, ο μικρός θα βρεθεί ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά μιας σφοδρής οδομαχίας μεταξύ του IRA και του στρατού και θα τον φέρουν σπίτι νεκρό, γεμάτο αίματα. Όταν, λοιπόν, η Kολέτ πέφτει στα χέρια του πράκτορα της MI5 Mακ, εκείνος θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί αυτό το στοιχείο για να την εξαναγκάσει να τους βοηθήσει. Έτσι, η απελπισμένη, εξοργισμένη αλλά και βαθιά τρομοκρατημένη Kολέτ ακολουθεί τελείως διχασμένη πια μια διπλή ζωή, χειραγωγούμενη από το σκληρό και πανέξυπνο πράκτορα. O Mαρς ανεβάζει την κλίμακα της έντασης αργά μα σταθερά, με την υπομονή της φλόγας που κατακαίει ένα βραδύκαυστο φιτίλι, σε ένα σκοτεινό, αγχωτικό θρίλερ, βουτηγμένο μέχρι το λαιμό στην αγωνία.

Tο σενάριο, γραμμένο από τον πρώην τηλεοπτικό ανταποκριτή Tομ Mπράντμπι, είναι βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημά του. O Mπράντμπι αποφάσισε να γράψει βιβλίο για να μπορέσει να εξιστορήσει όσα δεν μπορούσε να χωρέσει στο τηλεοπτικό ρεπορτάζ, αναλύοντας σε βάθος όσα είχε ζήσει ως τηλεοπτικός ανταποκριτής στη μαρτυρική αυτή γωνιά της Γης. Η ταινία κέρδισε τις εντυπώσεις εκτός συναγωνισμού στα Φεστιβάλ Βερολίνου και Σάντανς 2012.

ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΛΑΥΤΑΚΗΣ www.citypress.gr

Seven Films είπε...

O James Marsh o οποίος 4 χρόνια πριν κέρδισε Όσκαρ για το ντοκιμαντέρ του “Men On Wire”, αυτή τη φορά δημιουργεί ένα θρίλερ που, όπως φαίνεται, θα απασχολήσει πολύ κοινό και κριτικούς. Σε συνεργασία με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Tom Bradby, ο οποίος εδώ αναλαμβάνει και το σενάριο, μεταφέρουν στο κινηματογραφικό πανί το πρώτο από τα 6 μυθιστορήματα – του ίδιου του Bradby – με τίτλο “Shadow Dancer”. Πρόκειται για ένα παιχνίδι εξουσίας, εμπιστοσύνης και πολιτικής, όπου οι κεντρικοί ήρωες, έρχονται αντιμέτωποι τόσο με την περίπλοκη ηθική πραγματικότητα την οποία βλέπουν γύρω τους, όσο και με την μοίρα η οποία τελικά καθορίζει τη ζωή τους. Η ιστορία εξελίσσεται σε θρίλερ, κρατώντας την πολιτική ως υπόβαθρο – ισχυρό μεν, αλλά χωρίς να καταλήγει να δρα ως τροχοπέδη, χαρακτηρίζοντας μονομερώς την ταινία σαν σύνολο. Οι ερμηνείες είναι κάτι παραπάνω από άρτιες ενώ η μεγαλύτερη παρόλα αυτά αποκάλυψη είναι η Andrea Riseborough στο ρόλο της Κολέτ ΜακΒέι. Η ηθοποιός καταφέρνει να «επικοινωνήσει» τα άγχη και τις αμφιβολίες της ηρωίδας που υποδύεται, χωρίς ταυτοχρόνως να χάνει ούτε στιγμή το μυστήριο της. Οι εναρκτήριες σκηνές του φιλμ, αν και βουβές, παραμένουν εξαιρετικά γοητευτικές, ενώ η φωτογραφία αφήνει επίσης τις καλύτερες εντυπώσεις. Σίγουρα αυτή η ιστορία αξίζει την προσοχή σας.
ΒΙΚΥ ΛΑΜΠΡΙΝΟΥ www.moviemonsters.gr

Seven Films είπε...

Αξιοπρεπέστατο, μετρημένο δράμα, με απρόσμενες ανατροπές στην ιστορία μιας γυναίκας, την οποία προσεγγίζουν οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες για να γίνει πληροφοριοδότρια των δράσεων της οικογένειάς της. Ο Τζέιμς Μαρς κινείται προσεκτικά και με ευαισθησία απέναντι στους χαρακτήρες και τα διλήμματά τους και στήνει σκηνή με σασπένς, χωρίς φανφάρες ή επιδειξιμανίες. Τον βοηθούν πολύ οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών του, από την αψεγάδιαστη Αντρια Ράιζμπορο και τον ανθρώπινο Κλάιβ Οουεν έως τον μυστήριο Εϊνταν Γκίλεν και τον τρομακτικό Ντέιβιντ Γουίλμοτ.
ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Seven Films είπε...

«Ο χορός των κατασκόπων». Δραματικό, πολιτικό και βρετανικό με σκηνοθέτη τον ταλαντούχο Τζέιμς Μαρς. Από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Τομ Μπράντλεϊ, τηλεοπτικού ανταποκριτή στο Μπέλφαστ της ταραγμένης δεκαετίας του '90. Οπου νεαρή Ιρλανδέζα του IRA (Αντρέα Ράισμπορο) αναγκάζεται να υποκύψει στον άγγλο ανακριτή της (Κλάιβ Οουεν) προκειμένου να παραμείνει ελεύθερη και να αναθρέψει το παιδί της. Ετσι γίνεται χαφιές της MI 5 με απρόβλεπτες συνέπειες. Τόσο για την Οργάνωση όσο και για την οικογένειά της. Ο Μαρς όπως και ο Μπράντλεϊ προσπαθούν να μην πάρουν θέση. Πλάνη. Γιατί τελικά στη συνείδηση του θεατή ο μεν IRA δολοφονεί αθώους, ενώ οι Αγγλοι απλώς χρησιμοποιούν τους ιρλανδούς αποστάτες ως αναλώσιμα «υλικά». Στο βάθος, αμάρτησα για το παιδί μου. Κρίμα! Συνιστώ, με το ίδιο, πάνω-κάτω, θέμα, το αριστούργημα του Κεν Λόουτς «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι»
ΑΚΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ ΤΑ ΝΕΑ

Seven Films είπε...

Πρώτη ύλη το μυθιστόρημα του τηλεοπτικού ρεπόρτερ Τομ Μπράντμπι, ο οποίος κάλυψε δημοσιογραφικά τη σύγκρουση μεταξύ IRA και αγγλικής κυβέρνησης στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και υπογράφει μάλιστα και το σενάριο της ταινίας. Εκτός από την ηρεμία πριν την καταιγίδα, υπάρχει και η καταιγίδα πριν την ηρεμία. Εν προκειμένω, το τελικό και άγριο κύμα βίας, λίγα χρόνια πριν την ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών, η οποία υπογράφηκε το 1998.

Σκοτεινή απαρχή το 1973, όταν γεννιούνται οι τύψεις και σφραγίζεται η μοίρα της νεαρής Κολέτ. Είκοσι χρόνια αργότερα, βλέπουμε μία τρεμάμενη και ελάχιστα σίγουρη, τόσο για τον εαυτό της όσο και την επικείμενη πράξη της, μαχήτρια του IRA. Στράτευση ολίγον από οικογενειακή παράδοση, εν πολλοίς από ενοχές, ποτέ δεν θα μάθουμε ακριβώς το πώς και το γιατί αυτή η νεαρή ανύπαντρη μητέρα έχει αναλάβει να τοποθετήσει μία βόμβα στο λονδρέζικο μετρό. Δεν είναι αυτό άλλωστε και το ζητούμενό μας. Σημασία έχει το τώρα, στο οποίο δεσπόζει η βασανιστική φρίκη της αμφιβολίας, μοτίβο που διατρέχει όλη τη ραχοκοκαλιά της ταινίας. Η ελλιπής αποφασιστικότητα προαναγγέλλει την αποτυχία. Μοναδική πλέον διέξοδος η προδοσία, η οποία προσκαλεί νέες ερινύες στην παρέα. Υπεράνω όλων όμως η κούραση. Η κόπωση, η εξάντληση από μία ζωή αδιάκοπα φορτωμένη με ακραίες συνθήκες. Η ανάγκη για αποστρατεία, για λίγη ηρεμία και φυσιολογικότητα.

Το Μπέλφαστ κινηματογραφείται με τρόπο πνιγηρό, με εικόνες που προκαλούν δυσφορία. Κάθε πλάνο αποπνέει κατοχή και ανελευθερία. Οι σιωπές είναι δωρικές, τα πρόσωπα σκυθρωπά, οι κουβέντες εύλογα λιγοστές, η καχυποψία και η δυσπιστία κυριαρχούν. Το κόκκινο παλτό της κεντρικής ηρωίδας λειτουργεί ως σημαδούρα που υπενθυμίζει τον διαρκή και αθέατο κίνδυνο. Μία ανοιχτή πληγή αίματος σε ένα θολό και μόνιμα ομιχλώδες τοπίο. Ο αρχικός αντίπαλος της ηρωίδας μας αποδεικνύεται εν τέλει ο πιο στενός της σύντροφος, μέσα σε αυτό το εμπόλεμο κλίμα. Ο Μαρς ξετυλίγει ένα κουβάρι από ηθικά διλήμματα και εξάρσεις θλίψης, δίχως να κουνά διδακτικά το δάχτυλό του. Στρατιώτες ταγμένοι σε ένα σκοπό ή απλώς άνθρωποι που μπλέχτηκε ένας σκοπός στο διάβα τους και δεν είχαν τη δύναμη να πουν όχι; Είναι τρομακτικά δύσκολο να απαρνηθείς την ταυτότητά σου και να αποκηρύξεις τα όσα περιμένουν οι πάντες από σένα. Από την άλλη, είναι ακόμη πιο οδυνηρό να αντιταχθείς στα όσα σου επιτάσσει απαιτητικά η συνείδησή σου.

Η ελληνική απόδοση του τίτλου, πέρα από ανέμπνευστη, είναι και σφόδρα παραπλανητική, καθώς παραπέμπει σε μία αρχετυπική spy movie, με την αντίστοιχη πλοκή και χροιά. Η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική σε αυτό λιτό και απέριττο δράμα, με την προσεγμένη χαρακτηρολογία και την υπόκωφη δύναμη. Αντιθέτως, ο πρωτότυπος τίτλος αποδίδει εύστοχα την πορεία των κεντρικών χαρακτήρων, οι οποίοι είναι αναγκασμένοι να χορεύουν στη σκιά, να διαγράφουν την πορεία τους βήμα προς βήμα, δίχως καμία βεβαιότητα. Είναι αληθές πως η υποδόρια ένταση καταλαγιάζει σε κάποια στιγμή, κουρνιάζει στα ατελείωτα σούρτα φέρτα του μυαλού μεταξύ δισταγμών και επιλογών. Η ερωτική έλξη μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών, παρόλο που εύστοχα προκύπτει περισσότερο ως πράξη αλληλοβοήθειας παρά ως γνήσιο πάθος, δεν παύει να επιφέρει μία –ελεγχόμενη είναι η αλήθεια– δραματουργική αμηχανία, εγείροντας έτσι την υποψία πως θα μπορούσε να έχει παραληφθεί και εξ ολοκλήρου.

Οι παραπάνω μικρό-ατέλειες δεν αναιρούν ούτε αλλοιώνουν το γενικό συμπέρασμα. Ο Μαρς, χάρη σε ένα ύφος στιβαρό και πυκνό, δείχνει εμπιστοσύνη στην επιλογή της φτωχής δράσης και αναπληρώνει το έλλειμμά της με ισχυρές δόσεις ανθρωποκεντρικού υπαρξιακού σασπένς. Ένα σύμπαν με ασφυκτικά περιορισμένες διαστάσεις και δυνατότητες, με ένοικους που έχουν στριμωχτεί στις γωνίες του αγκομαχώντας να βρουν μια ανάσα. Το φινάλε, μία τραγωδία που τα σκάγια της θα δεν θα λυπηθούν κανέναν και θα αφήσει τους πάντες χαμένους. Έστω κι έτσι, μία οδυνηρή λύση σε ένα ασφυκτικό αδιέξοδο. Η μόνη δυνατή λύση, έχοντας πρωτύτερα φτάσει στο σημείο χωρίς επιστροφή.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Seven Films είπε...

Με σκηνοθετική πειθαρχία και εμμονή στην λεπτομέρεια, με την κάμερα συχνά στο χέρι κι έναν ρυθμό που κορυφώνεται αργά, ο βρετανός σκηνοθέτης παραδίδει ένα σκεπτόμενο θρίλερ αποχρώσεων γύρω από μια οικογένεια ιρλανδών αυτονομιστών στη δύση του ένοπλου αγώνα του IRΑ. Η Κολέτ ΜακΒέι (εξαιρετική η Ράιζμπορο, ουσιαστικά κινεί όλη την ταινία), που ως παιδί στιγματίστηκε από τον θάνατο του μικρού αδελφού της σε ανταλλαγή πυρών στο Μπέλφαστ, είναι σήμερα (το 1993, δηλαδή) αντάρτης του IRA• όπως και οι άλλοι δυο αδελφοί της, υπό την σιωπηλή δυσπιστία της μάνας τους.

Βάζει βόμβες στο λονδρέζικο μετρό, ακολουθεί με παγερή προσήλωση το καθήκον της, μέχρι που οι Βρετανοί την συλλαμβάνουν. Και διά στόματος του αξιωματούχου της ΜΙ5 Μακ (ο ωραιότατος Όουεν) της προτείνουν να γίνει διπλή πράκτορας παραδίδοντάς τους μυστικά του ιρλανδικού επαναστατικού στρατού με αντάλλαγμα την ασφάλεια του ανήλικου γιου της. Η Κολέτ δεν έχει άλλη επιλογή. Και θα βρεθεί διχασμένη ανάμεσα σε δυο εξίσου καθοριστικούς για τη ζωή της πόλους: τα αδέλφια και την ιδεολογία της από τη μία, και το ίδιο το παιδί της, από την άλλη.

Παραστρατιωτικές πρακτικές και δεσμοί αίματος, στοργή ανάκατη με καχυποψία κι εκείνη η αίσθηση του τέλους που πλησιάζει έτσι κι αλλιώς _και απαιτεί ταχεία σκέψη και δράση. Το σφιχτοδεμένο και «αυθεντικό» σενάριο του Μπράντμπι (βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημά του του 1998), παραμένει αξιοθαύμαστα... απολιτικό, τονίζοντας τα δυνατά, αλλά και τα τρωτά σημεία και των δυο αντιμαχόμενων πλευρών. Ενώ παράλληλα, υπογραμμίζει διακριτικά (και πανέξυπνα) το πόσο εύκολα μια γυναίκα υποτιμάται, κερδίζοντας με αυτόν τον τρόπο την εμπιστοσύνη των γύρω της σε έναν ανδροκρατούμενο μικρόκοσμο.
www.trelogaidouri.blogspot.com

Seven Films είπε...

Αν αναρωτήθηκες ποτέ πώς θα έμοιαζε αισθητικά ένα κατασκοπικό θρίλερ με την υπογραφή του Κεν Λόουτς, ο Χορός των Κατασκόπων σου δίνει την απάντηση. Κινούμενο μεταξύ κοινωνικού ρεαλισμού και κατασκοπικής ίντριγκας, το νωχελικό φιλμ του Τζέιμς Μαρς πετυχαίνει να μεταδώσει την αίσθηση μιας πιστής αναπαράστασης της ταραχώδους εποχής και το γεωγραφικού περιβάλλοντος που λαμβάνει χώρα η ιστορία. Η ηρωίδα βρίσκεται απέναντι σε ένα δραματουργικά ενδιαφέρον δίλημμα, καλούμενη να επιλέξει ανάμεσα στην ακεραιότητα των ιδανικών της και τη διαφύλαξη του μέλλοντος της ίδιας και της κόρης της. Το βάρος του διλήμματος αποτυπώνεται στην ερμηνεία της ανερχόμενης Άντρεα Ράιζμπορο, μέσω μιας εμφανούς στο θεατή συστολής όποτε απαιτείται να προσποιηθεί στα αγαπημένα της πρόσωπα, τα οποία αναγκάζεται να προδώσει.

Δίχως να δικαιώνει τους παιάνες των βρετανικών εντύπων, που κατά παράδοση πριμοδοτούν τα εγχώρια κινηματογραφικά προϊόντα, το φιλμ είναι έντιμο και σταδιακά απορροφητικό. Μπορούσε όμως και δίχως την προσθήκη ερωτικής υποπλοκής, που στόχο έχει να φορτίσει (ακόμα περισσότερο) συναισθηματικά την κατάληξη της ιστορίας. Δεδομένης της βαρύτητας που φέρει η αποκάλυψη, που κορυφώνει το οικογενειακό δράμα, ήταν περιττή.
Γιαννης Βασιλειου ΕΞΩΣΤΗΣ