Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Τα μυθικά πλάσματα του Νότου του Μπεν Ζάιτλιν




ΤΑ ΜΥΘΙΚΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ
του Μπεν Ζάιτλιν

Κουβένζανε Γουάλις -   Ντουάιτ Χένρι





4 ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΟΣΚΑΡ:
ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ
Α’ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΡΟΛΟΥ
ΔΙΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΟΥ ΣΕΝΑΡΙΟΥ



«Τα νερά θα ανέβουν, τα άγρια ζώα θα εγερθούν από τους τάφους, κι ό,τι βρίσκεται νότια της αποβάθρας θα βυθιστεί, σε αυτή την ιστορία της εξάχρονης Χάσπαπι, που ζει με το μπαμπά της στην άκρη του κόσμου.»



Σε μία ξεχασμένη αλλά δυναμική κοινότητα, αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, ζει η εξάχρονη Χάσπαπι στο όριο της ορφάνιας. Η μητέρα της έχει φύγει από καιρό, ο πατέρας της είναι ένας άγριος σε διαρκές ξεφάντωμα, κι εκείνη έχει αφεθεί στην τύχη της σε ένα απομονωμένο περιβάλλον γεμάτο ημιάγρια ζώα.
Αντιλαμβάνεται το φυσικό κόσμο σαν ένα εύθραυστο ιστό πραγμάτων, και το σύμπαν ολόκληρο εξαρτάται από αυτά τα πράγματα να δένουν αρμονικά και σωστά μαζί. Όταν μια καταιγίδα σηκώνει τα νερά, ο μπαμπάς της αρρωσταίνει, και άγρια ζώα ξυπνούν από τους παγωμένους τάφους τους, η Χάσπαπι βρίσκει τη φυσική τάξη όλων των αγαπημένων πραγμάτων γύρω της να καταρρέει.  Απεγνωσμένη να αποκαταστήσει τη δομή του κόσμου της, για να σώσει το σπίτι της και τον πατέρα της , αυτός ο μικροσκοπικός ήρωας πρέπει να μάθει πως να επιβιώσει από μια ασταμάτητη καταστροφή επικών διαστάσεων.


Δήλωση σκηνοθέτη: 

Θέλω να γεμίσω τη ζωή μου και τις ταινίες μου με άγριους, γενναίους και καλόκαρδους ανθρώπους. Οποιοδήποτε το μέγεθος του χάους και της καταστροφή ς που μπορεί να σημαίνει αυτό δεν έχει καμία σημασία, γιατί το περνάς με ανθρώπους που αγαπάς, και στο τέλος οι ταινίες θα είναι άγριες, γενναίες και καλόκαρδες. Αυτή η ιδέα ακολουθεί κάθε κομμάτι της διαδικασίας για να ολοκληρωθούν τα «Μυθικά Πλάσματα του Νότου». Η προσέγγιση μου όταν δημιουργώ μια ταινία είναι να κατασκευάσω μια ενέργεια, ένα συναίσθημα, κι έναν τρόπο ζωής τον οποίο οι άνθρωποι που δουλεύουμε μαζί μπορούν να συμμεριστούν. Πρόκειται για τη δημιουργία μιας πραγματικότητας στην οποία κατοικούν οι καλύτεροι άνθρωποι που γνωρίζω.
Όπως όταν κάναμε το κάστινγκ, που διαλέξαμε τον Ντουάιτ Χένρι, από το φούρνο στην άλλη πλευρά του δρόμου, και την Κουβένζανε Γουάλις από ένα δημοτικό σχολείο στην Ονδούρα να αναλάβουν τους ήρωες μας, Γουίνκ και Χάσπαπι. Κανένας από τους δύο δεν είχε προηγούμενη εμπειρία στην υποκριτική, αλλά όταν κοιτάς στα μάτια τους βλέπεις ατρόμητους πολεμιστές και ξέρεις ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα.
Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να γράψεις το σενάριο από την αρχή, δεν έχει καμία σημασία, γιατί τα στοιχεία αυτά είναι επιφανειακά σε αντίθεση με την επιθυμία μας να πετύχουμε ακριβώς το δυνατό πνεύμα που χρειαζόταν η ταινία.  Η αρχή αυτή διακατείχε κάθε μας απόφαση. Θα έχουμε εσωτερικά σκηνικα; Θα πάμε στη θάλασσα; Θα ντύσουμε ένα μέρος ώστε να μοιάζει με την άκρη του κόσμου ή θα πάμε στην άκρη του κόσμου; Θα ντύσουμε μια 11χρονη ώστε να μοιάζει με εξάχρονη ή θα έχουμε μια εξάχρονη;
Με κυρίευσε η Νότια Λουιζιάνα γιατί αυτή η νοοτροπία βρίσκεται παντού. Ήρθα για επίσκεψη δύο μηνών πριν έξι χρόνια και δεν πάω πουθενά. Είναι το σπίτι των πιο ανυποχώρητων ανθρώπων σε όλη την Αμερική- ένα είδος προς εξαφάνιση.
Αυτή η αγριότητα με έκανε να στραφώ σ’ αυτή την ιστορία. Με τους ανεμοστρόβιλους, τις πετρελαιοκηλίδες, τη γη να αποδεκατίζεται κάτω από τα πόδια μας, σου δίνει την αίσθηση ότι κάποια μέρα θα εξαφανιστεί από το χάρτη σίγουρα. Ήθελα να κάνω μια ταινία για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε μια τέτοια καταδίκη. Χωρίς να κριτικάρουμε την πολιτική ή να δίνουμε περιβαλλοντικές ευθύνες, ή να δημιουργήσουμε επίγνωση στον κόσμο ή οτιδήποτε από όλα αυτά. Η πραγματική ερώτηση για μένα είναι πως βρίσκεις τη δύναμη να στέκεσαι και να παρακολουθείς το μέρος που σε έφτιαξε να πεθαίνει, διατηρώντας ταυτόχρονα την ελπίδα και το εορταστικό πνεύμα που το καθορίζει; Βρήκα τις απαντήσεις στους ανθρώπους της ταινίας, και μια υπέροχη αποτύπωση στην ιστορία της αγαπημένης μου φίλης Lucy Alibar «Juicy and Delicious», μια αποκαλυπτική κωμωδία για ένα μικρό αγόρι που χάνει τον πατέρα του στην άκρη του κόσμου.
Από τους δυο μας, και με το πνεύμα της Κουβένζανε Γουάλις γεννήθηκε η Χασπάπι. Είναι ένα μικρό μυθικό πλάσμα, που για να επιβιώσει πρέπει να βρει τη δύναμη της Νότιας Λουιζιάνα στην ηλικία των έξι. Είναι ο άνθρωπος που θα ήθελα να είμαι.


Η επιλογή των ηθοποιών:
                         
Το κοινό θα συνδεόταν άμεσα με τον κόσμο των Μυθικών Πλασμάτων μέσα από την οπτική της μικρούλας Χασπάπι. Η επιτυχία της ταινίας βασιζόταν πλήρως στο να βρεθεί κάποια που να μπορεί να αντεπεξέλθει σ’ αυτό το δύσκολο έργο. Και αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που θεωρήθηκε αδύνατο να γίνει αρχικά: ποιο παιδί θα μπορούσε να κουβαλήσει στους μικροσκοπικούς ώμους του τόσο μεγάλο βάρος;
Η έρευνα ξεκίνησε το 2009 στη Νέα Ορλεάνη, όπου η Court 13 είχε ξεκινήσει ένα εξωσχολικό πρόγραμμα μαθημάτων υποκριτικής και σκηνοθεσίας για παιδιά. Οι συνεντεύξεις γινόντουσαν πιο πολύ σαν παιχνίδι, παρά σαν οντισιόν. Μετά από 4 αποτυχημένους μήνες, η αναζήτηση εξαπλώθηκε και η ομάδα της Court 13 μοίραζε φυλλάδια για οντισιόν σε σχολεία, εκκλησίες και βιβλιοθήκες.
Οι τέσσερις μήνες γίνανε ένα χρόνος, και σε κάποιες περιοχές η αναζήτηση έγινε πόρτα-πόρτα ακόμα! Έχοντας δει περίπου τετρακόσια παιδιά, η αναζήτηση σταμάτησε όταν βρέθηκε η μικρή Χασπάπι στη Χούμα της Λουιζιάνα, και δεν ήταν μέσα στα ηλικιακά όρια- ήταν μόλις πέντε χρονών! Φανερά προικισμένη με ανεξέλεγκτη φαντασία, η Κουβένζανε Γουάλις είναι μια μικρή δύναμη της φύσης με απαράμιλλη συγκέντρωση και συναισθηματική νοημοσύνη.  Είναι χείμαρρος του χιούμορ και φυσικού χαρίσματος που σε γοητεύει όποιος και να είσαι.
Επόμενη αποστολή ήταν να βρεθεί ο μπαμπάς της Χάσπαπι, ο Γουίνκ.  Οι οντισιόν γίνανε επικεντρωμένες σε ανθρώπους της Νέα Ορλεάνης, παρακινούμενους από ένα φυλλάδιο ή μια ανακοίνωση στο ραδιόφωνο, παρά σε επαγγελματίες ηθοποιούς.
Καθώς μελέταγε τις κασέτες που του έφερνε η ομάδα, ο Ζάιτλιν επέστρεφε συνεχώς στον ίδιο άνθρωπο με ένα ιδιαίτερο χαμόγελο.  Ο Ντουάιτ Χένρι, ήταν γνώριμη φυσιογνωμία, ήταν ο φούρναρης απέναντι από το σχολείο που γινόντουσαν οι οντισιόν. Η κασέτα του περιείχε απλές ιστορίες για τη Νέα Ορλεάνη πριν χτυπήσει ο Κατρίνα, και για την απόφαση του να γίνει φούρναρης.  Έξι μήνες αργότερα, η ομάδα έβρισκε αδύνατο να τον βρει στο τηλέφωνο. Τότε συνειδητοποίησαν ότι του τηλεφωνούσαν απογεύματα ενώ εκείνος δούλευε από τα χαράματα μέχρι το μεσημέρι, και τα απογεύματα κοιμόταν. Όταν τελικά παρουσιάστηκε,  έδειξε μια απίστευτη συναισθηματική ευαισθησία και ισχυρή παρουσία στην οθόνη. Ο Ζάιτλιν και η ομάδα του αρχικά πίστευαν ότι για το ρόλο ίσως να έπρεπε να χρησιμοποιήσουν έναν επαγγελματία, αλλά καθώς ποτέ δεν επιλέξανε την ευκολη όδο, έτσι και τώρα επιλέξανε τον Χένρι. Σύντομα δικαιωθήκαν, καθώς δε μπορούσαν να φανταστούν πλέον τον Γουίνκ αλλιώς. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί που εμφανίζονται είναι απλά ντόπιοι της Νέα Ορλεάνης, άνθρωποι που ζούσαν ήδη στο Μπάθταμπ




Βιογραφικά συντελεστών: 

Κουβένζανε Γουάλις / Χάσπαπι

Η Κουβένζανε Γουάλις γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου του 2003 στη Χούμα της Λουιζιάνα. Πηγαίνει στην τρίτη τάξη του δημοτικού. Στον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει, τραγουδάει, χορεύει, και παίζει με το iPod και το Nintendo DS της. Οι αγαπημένοι της ηθοποιοί και τραγουδιστές είναι οι China McClain, Selena Gomez, και Miley Cyrus, και από αθλήματα το μπάσκετ και ο χορός.

Ντουάιτ Χένρι / Γουίνκ

Ο Ντουάιτ Χένρι έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Νέα Ορλεάνη. Έχει πέντε παιδιά και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ιδιοκτήτης του Buttermilk Drop Bakery & Cafe, στη Νέα Ορλεάνη της Λουιζιάνα. Του αρέσει να μαγειρεύει και ο αθλητισμός. Πλέον και η υποκριτική.

Μπεν Ζάιτλιν / Σκηνοθεσία/ Σενάριο/Μουσική

Ο Μπεν Ζάιτλιν είναι σκηνοθέτης, συνθέτης, animator, και ιδρυτικό μέλος της Court 13. Ανάμεσα στις βραβευμένες μικρού μήκους ταινίες του είναι οι EGG, ORIGINS OF ELECTRICITY, I GET WET, και GLORY AT SEA. Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, «Τα Μυθικά Πλάσματα του Νότου» κέρδισε το Μέγα Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ του Σάντανς και επιλέχθηκε για το τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα του Φέστιβαλ Καννών, απ’ όπου και αποχώρηςε με τη Χρυσή Κάμερα. Είναι υποψήφια για 4 Όσκαρ, αυτά της Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Διασκευασμένου Σεναρίου και Α’ Γυναικείου ρόλου για τη Κουβένζανε Γουάλις, που είναι και η νεότερη υποψήφια σ’ αυτή την κατηγορία στην ιστορία των Όσκαρ. Ο Ζάιτλιν ζει στη Νέα Ορλεάνη της Λουιζιάνα.

Λούσι Άλιμπαρ/ Σενάριο

Η Λούσι Άλιμπαρ είναι μια θεατρική συγγραφέας και μυθολόγος από τη Φλόριντα. Ανάμεσα στα έργα της είναι τα : Juicy and Delicious, A Friend of Dorothy, Lightning/Picnic, Mommy Says I’m Pretty on the Insides, και Christmas and Jubilee Behold the Meteor Shower.
Τα έργα της έχουν ανέβει σε διάφορες και πολλές σκηνές όπως τα Sundance Institute, Joe’s Pub, Williamstown Theatre Festival, HERE Arts Center, Ensemble Studio Theatre, Dixon Place, New Georges, Edinburgh Fringe, Avignon Festival, και στο Cherry Lane Theatre. Η Λούσι είναι μέλος του EST/Youngblood, τη συγγραφική ομάδα του Jose Rivera και ιδρυτικό μέλος του New Georges Writer/Director Lab.

Μπεν Ρίτσαρντσον/ Διεύθυνση φωτογραφίας

Ο Μπεν Ρίτσαρντσον είναι ένας πολυβραβευμένος εικονολήπτης, που ζει στη Νέα Υόρκη. Κέρδισε το βραβείο Καλύτερου Animation στο Slamdance το 2010 για το SEED, ενώ ήταν και διευθυντής φωτογραφίας για το THE HUNTER AND THE SWAN DISCUSS THEIR MEETING, που συμμετείχε στο επίσημο φεστιβάλ του Σάντανς το 2011. Βρετανός στην καταγωγή, έζησε πέντε χρόνια στην Πράγα, όπου γνώρισε το Μπεν Ζάιτλιν με τον οποίο συνεργάστηκε στο πολυβραβευμένο επίσης GLORY AT SEA. Συνέχισαν με Τα Μυθικά Πλάσματα του Νότου, για το οποίο ο Ρίτσαρντσον τιμήθηκε με Βραβείο Φωτογραφίας από το Φεστιβάλ του Σάντανς.

14 σχόλια:

Seven Films είπε...

Ενα εξάχρονο κοριτσάκι προσπαθεί να επιβιώσει στα έλη της Λουιζιάνας μετά τον καταστροφικό τυφώνα «Κατρίνα». Είναι μια όμορφη, συγκινητική ταινία που συνδυάζει την αλληγορία με τον μαγικό ρεαλισμό, με την εξάχρονη Γουόλις να αγγίζει την καρδιά του θεατή με το παίξιμο και την όλη παρουσία της (υποψήφια για 4 Οσκαρ).

Αυτή η όμορφη, λυρική, πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του 29χρονου Μπεν Ζέιτλιν, που κινείται ανάμεσα στην αλληγορία και τον μαγικό ρεαλισμό, ήταν η μεγάλη έκπληξη του ανεξάρτητου φεστιβάλ του Σάντανς του 2011. Απέσπασε το βραβείο «Χρυσής Κάμερας» του Φεστιβάλ των Κανών και κατάφερε να φτάσει μέχρι και τα Οσκαρ, να κερδίσει 4 υποψηφιότητες, ανάμεσά τους και καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και ερμηνείας για την εκπληκτική εξάχρονη Κουβεζανέ Γουόλις, στους ώμους της οποίας στηρίζεται ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας της ταινίας.

Η ορφανή από μητέρα εξάχρονη Hushpuppy (αργκό για «λουκουμάς», «τηγανίτα») ζει με τον άρρωστο, αλκοολικό πατέρα της (Ντουάιτ Χένρι) στην αποκαλούμενη «Μπανιέρα», μιαν από τις χειρότερες περιοχές στα έλη της Λουιζιάνας, κατά την περίοδο του καταστροφικού τυφώνα «Κατρίνα». Δυνατή, υπομονετική, άφοβη, με πρόσωπο που συνδυάζει την παιδική απορία με την αίσθηση της ευθύνης, αποφασισμένη να επιβιώσει, η Hushpuppy περιφέρεται με πλαστικές μπότες και ένα βρόμικο κίτρινο Τ-shirt. Είναι ο πραγματικός άντρας της οικογένειας, όπως παραδέχεται και ο πατέρας της, καθώς αποδεικνύει με τον πιο δυνατό τρόπο πως η ζωή, παρά τις όποιες δυσκολίες, τα εμπόδια και τις καταστροφές, είναι και παραμένει μοναδική, πολύμορφη και ωραία.

Γύρω της κυριαρχεί η αθλιότητα, ενώ η καταστροφή του τυφώνα «Κατρίνα» έχει τη μορφή Αποκάλυψης. Παρ' όλα αυτά, το μικρό αυτό κοριτσάκι καταφέρνει να συνδυάσει τη δύναμη της θέλησης με τη φαντασία. Είναι στιγμές που γύρω της βλέπει να περιφέρονται κάποια παράξενα προϊστορικά όντα, που ο σκηνοθέτης συνδυάζει με το λιώσιμο των πάγων στην Αρκτική, μέσα από ένα παραμύθι που αφηγείται μια γυναίκα της περιοχής στη μικρή Hushpuppy. Την ιστορία την παρακολουθούμε σε αφήγηση από την ίδια τη Hushpuppy, με τον Ζέιτλιν, που η έρευνά του στην περιοχή της Νέας Ορλεάνης τον έκανε να εγκατασταθεί τελικά εκεί, να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ανάμεσα στο ρεαλισμό και τη φαντασία, με σκηνές που φέρνουν στο νου τόσο τις ταινίες του Τέρενς Μάλικ όσο και εκείνες του ντοκιμαντερίστα Ρόμπερτ Φλάερτι (ιδιαίτερα το «Louisiana Boy»).

Οπως ήδη ανέφερα, η Κουβεζανέ Γουόλις ήταν ακριβώς έξι χρόνων όταν γύριζε την ταινία. Με το παίξιμό της δίνει ξεχωριστή δύναμη και ομορφιά στο φιλμ: με την κάμερα να την παρακολουθεί από κοντά, να καταγράφει τις εκφράσεις της, τις σιωπές της, το βλέμμα της - ένα βλέμμα που μας λέει πολύ περισσότερα από τα λόγια και που δύσκολα το ξεχνάς. Μη χάσετε για κανένα λόγο την ταινία: έχει την ομορφιά, την αγνότητα, την ποίηση και την ειλικρίνεια που σπάνια βλέπουμε.
ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ


Seven Films είπε...

Η περίεργη ταινία «ΤΑ ΜΥΘΙΚΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ» μοιάζει με «προειδοποιητική» saga για τη «μέρα της κρίσης»... την οποία αφηγείται -μέσα από το δικό της βλέμμα- η εξάχρονη, ανυπεράσπιστη αλλά θαρραλέα Χάσπαπι. Η ταινία κατακλύζεται από αίσθηση επικείμενης καταστροφής που όλο και πλησιάζει απειλητικά τον «κόσμο» μας, ένα κόσμο που όλο και βυθίζεται... Η δύναμη αυτής της saga γεννά μαγεία... Είναι όντως σπάνιο, τα όνειρα, τα οράματα και οι φοβίες να ταυτίζονται σε μια αφήγηση, σε μια πανέμορφη ταινία. Σε ένα φιλμ τόσο ιδιαίτερο που δε μοιάζει με τίποτα που έχουμε δει στο παρελθόν... Φαντάζει σαν περίεργο, λαμπερό μαργαριτάρι η ταινία, που όμως κανείς δεν μπορεί να διευκρινίσει πού οφείλεται η αξία της, δεδομένου ότι το «περιεχόμενό» της είναι χύμα και συγκεχυμένο, καθόλου συγκροτημένο και γεμάτο αντιφάσεις που γεννιούνται από κάθε σκηνή...
Στο πολυβραβευμένο, αναμενόμενο, παρθενικό φιλμ του Μπεν Ζάιτλιν, πρωταγωνιστεί η εξάχρονη, ορφανή από μητέρα Χάσπαπι. Ζει αφημένη στην τύχη της, σ' ένα απομονωμένο περιβάλλον γεμάτο ημιάγρια ζώα. Μένει με τον αλκοολικό, άρρωστο πατέρα της στην κοινότητα «Μπανιέρα». Κατοικούν σε παραπήγματα, σε χαλάσματα απίστευτης βρωμιάς και μιζέριας, σε έναν πραγματικό σκουπιδότοπο ξεχασμένο από θεούς κι ανθρώπους στον αμερικάνικο νότο δίπλα και μέσα στα λασπόνερα της λιμνοθάλασσας, έξω από τα αναχώματα ενός τεράστιου φράγματος στην Νέα Ορλεάνη. Οι συνθήκες διαβίωσης είναι τόσο κακές που καμιά φορά είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις αν πρόκειται για πραγματικότητα ή εφιάλτη, ίσως αυτά τα δύο να ταυτίζονται. Οι αρχές αυτό το ονομάζουν «μιζέρια». «Ζούμε στο πιο όμορφο μέρος της γης» λέει ο πατέρας της Χάσπαπι. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το εννοεί. Γιατί εκεί οι άνθρωποι έχουν επιλέξει να ζουν με τον τρόπο που ζουν -όπως μας λέει η ταινία με ελαφρώς δυσάρεστη περιγραφή- σαν ευτυχισμένα τέκνα της φύσης, μακριά από τον πολιτισμό. Τρέφονται με γαρίδες, καραβίδες και θαλασσινά που ψαρεύουν οι ίδιοι κι έχουν γιορτή οποτεδήποτε θελήσουν. Πίνουν όσο θέλουν και διδάσκουν στα παιδιά τους να ζουν σαν μέρος της φύσης.
Η «μαγνητική» μικρή αντιλαμβάνεται το φυσικό κόσμο σαν ένα εύθραυστο ιστό με το σύμπαν να εξαρτάται από το κατά πόσο τα στοιχεία που συνθέτουν τον ιστό δένουν αρμονικά μαζί. Η Χάσπαπι έχει ζωντανή φαντασία και αυτή είναι η δύναμή της. Οι κάκιστοι όροι διαβίωσης επιδεινώνονται ριζικά όταν μια καταιγίδα φουσκώνει τα νερά. Οταν ο πατέρας αρρωσταίνει σοβαρά και τα άγρια ζώα της φαντασίας ξυπνούν από τους παγωμένους τους τάφους η Χάσπαπι βρίσκει τη φυσική τάξη των αγαπημένων της πραγμάτων να καταρρέει. Ο σκηνοθέτης Μπεν Ζάιτλιν κατορθώνει να δώσει μια εικόνα των συνεπειών της κλιματικής απειλής, παίζοντας με το μύθο της Νέας Ορλεάνης καταφέρνει να δώσει στην καταστροφή ένα πρόσωπο, μετά τις Απόκριες με τη βραδιά γεμάτη πυροτεχνήματα να προϋπαντούν την Αποκάλυψη σε ένα γαϊτανάκι ζωής και θανάτου. Με τις εικόνες της καταστροφής να παραπέμπουν στη Λουιζιάνα... Απεγνωσμένη να αποκαταστήσει τη δομή του κόσμου της, να σώσει το σπίτι και να αποχαιρετήσει για ύστατη φορά τον πατέρα της, αυτή η μικρή θαρραλέα ηρωίδα πρέπει να μάθει να επιβιώνει...
Η ταινία με την καθηλωτική αφήγηση σφύζει από στοιχεία μαγικού ρεαλισμού όταν λιώνουν τα παγόβουνα, όταν τα γιγαντιαία βουβάλια του παρελθόντος ξανακατεβαίνουν στη γη και όταν η Χάσπαπι συναντά τον παράδεισο που περιγράφεται σαν πορνείο γεμάτο ζεστές γυναικείες αγκαλιές. Πρόκειται για παράξενο φιλμ, ό,τι συμβαίνει προκαλεί μόνο σύγχυση σε κάποιον που θέλει να νοηματοδοτεί αυτό που βλέπει. Εικαστικά καθηλωτική η ταινία με τη λογική όμως να κλοτσά αδιάλειπτα... ψευδό-ποιητική, ψευδό-φιλοσοφική, προϋπολογισμένη με το υποδεκάμετρο ή τυχαία αίσθηση ισορροπίας; Αγνωσται αι βουλαί του κυρίου Ζάιτλιν...
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Seven Films είπε...

Η μεγάλη έκπληξη της χρονιάς, με πολυάριθμες διακρίσεις σε φεστιβάλ και ενώσεις κριτικών καθώς και 4 σημαντικές υποψηφιότητες στα Όσκαρ, είναι μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς που τιμά το πραγματικό (σε αντίθεση με το υπολογισμένο, μανιερίστικο και επαναλαμβανόμενο) ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά. Δυναμικά, λυρικά, αναπάντεχα και πρωτότυπα, τα Μυθικά Πλάσματα του Νότου μεταμορφώνουν τις λασπωμένες λιμνοθάλασσες της νοτιοανατολικής Λουϊζιάνα, εκεί που χτύπησε καταστροφικά ο Τυφώνας Κατρίνα, σε ένα πρωτόγονο πεδίο μάχης, όπου μια περιχαρακωμένη κοινότητα πάμφτωχων, περήφανων, ημιάγριων ντόπιων αντιστέκεται στον εχθρό, όπως θέλουν να πιστεύουν για τους βιομηχανικά προηγμένους εισβολείς που απειλούν τα χαμόσπιτά τους, ενώ στην ουσία θέλουν να τους περιθάλψουν. Χωρίς να γίνεται ποτέ μια βαριά πολιτική αλληγορία, η ταινία απαντά στα ντοκιμαντέρ που καταγράφουν τις περιοχές που συχνά πλήττονται από τις πλημμύρες και τα φυσικά φαινόμενα με ποιητικό οίστρο και αγνά, χειροποίητα υλικά, σαν κι αυτά που μαζεύουν οι ήρωες για να βγάλουν τη μέρα. Πρωταγωνίστρια η 6χρονη Χασπάπι, ένα θεριό ανήμερο, η αποθέωση της ζωής, σε πείσμα της ανέχειας, της ορφάνιας της και του άρρωστου, επιθετικού και αναξιόπιστου πατέρα της. Μιλάει ακόμα στη μάνα της, διαχειρίζεται τον εαυτό της με επικίνδυνο τρόπο, μπουρλοτιάζει το τροχόσπιτό της, τρώει γατοτροφές, μαθαίνει τα βήματα της επιβίωσης με κραυγαλέες, παγανιστικές σχεδόν ιεροτελεστίες. Γράφει στους τοίχους σαν πρωτόγονη, επινοεί έναν κόσμο γεμάτο άγρια ζώα που ξεπηδάνε από τους εφιάλτες της και οπλίζεται με ατσάλινη θέληση, σαν είδος προς εξαφάνιση από έναν πολιτισμό που δεν την έχει ακουμπήσει. Τα μάτια της θαυματουργής πιτσιρίκας Κουβενζανέ Γουόλις από τη μία αστράφτουν από περιέργεια κι ευρηματικότητα, και από την άλλη λειτουργούν σαν καλειδοσκοπικός φακός μέσα από τον οποίο παρελαύνουν τα υλικά και ανθρώπινα συντρίμμια που ο μέσος θεατής ελεεί με φιλανθρωπική συγκατάβαση και συγκρατημένο οίκτο. Χάρη σε αυτό το κορίτσι από τις Ονδούρες, τους ερασιτέχνες ηθοποιούς και την ασυγκράτητη ορμή του σκηνοθέτη Μπεν Ζάιτλιν, τα Μυθικά Πλάσματα του Νότου επιπλέουν σαν μια ζωτική κιβωτός στα απόβλητα του Μισισιπή. Μια αξέχαστη εμπειρία.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ LIFO www.lifo.gr

Seven Films είπε...

Υπάρχουν ταινίες ενδιαφέρουσες, πρωτότυπες, καλές, σπουδαίες... Και πολύ σπάνια, έρχεται μια ταινία σαν κι αυτήν (το 1987, το «Καφέ Μπαγκντάντ» του Πέρσι Άντλον ήταν παρόμοιας στόφας). Μια ταινία που, όπως η μεγάλη ποίηση, χωράει σχεδόν κάθε ερμηνεία, κάθε συναίσθημα και κάθε αναγωγή και παραλληλισμό. Γιατί αυτή η ανεπανάληπτη (από κάθε άποψη) ταινία του πρωτοεμφανιζόμενου Ζάιτλιν από τη Νέα Ορλεάνη, είναι σκέτη ποίηση. Η οποία αναβλύζει μεγαλόθυμα από το παίξιμο των ερασιτεχνών ηθοποιών (όλοι τους ανακαλύφθηκαν στη Λουιζιάνα), την έξοχη φωτογραφία του Μπεν Ρίτσαρντσον, τη μουσική επένδυση του Νταν Ρόμερ και του ίδιου του Ζάιτλιν και, πάνω απ’ όλα, από την ίδια την ιστορία της 6χρονης Χασπάπι. Η οποία, βέβαια, θα ήταν αδύνατον να υπάρξει χωρίς την ερμηνεία και φυσική παρουσία της εκπληκτικής (και δικαίως υποψήφιας για Όσκαρ) Γουόλις.
Μέσα σε μια σχεδόν πρωτόγονη αταξία και έλλειψη τυπικού πολιτισμού, η Χασπάπι (Γουόλις) ζει με τα ζωντανά και τον αψίκορο μα αγαπησιάρη πατέρα της (ο φούρναρης και πολύτεκνος στην κανονική ζωή, Χένρι) σε μια αυτοσχέδια παραγκούπολη, ονόματι Μπάθταμπ (μπανιέρα, δηλαδή), πέρα από το φράγμα στην πολιτεία της Λουιζιάνα. Η ουσιαστική ανθρώπινη επαφή –ενίοτε σκληρή, χωρίς μελούρες και ωραιοποιήσεις– διαποτίζει την καθημερινότητα όλων αυτών των ηθελημένα απόκληρων, λευκών και μαύρων, που ζουν, πίνουν, αστειεύονται, γιορτάζουν και παλεύουν για τον άρτον τον επιούσιον σε αυτή την υγρή πολιτεία του χάους, της βρώμας και της αρμονικής συνύπαρξης με τη φύση. Τα ψάρια, τα οικόσιτα ζώα και οι καρποί της φύσης φτάνουν και περισσεύουν για τους κατοίκους της Μπάθταμπ. Ο καταυλισμός τους, βέβαια, (εδώ το οικολογικό μήνυμα της υπόθεσης) απειλείται από το λιώσιμο των πάγων. Και από μια μεγαλειώδη καταιγίδα που, στον απόηχο του πραγματικού τυφώνα Κατρίνα, θα αφανίσει παροδικά την Μπάθταμπ. Όμως οι κάτοικοί της, οι περισσότεροι τουλάχιστον, δεν θα την εγκαταλείψουν. Και θα φτάσουν, με... θρυαλλίδα την δυναμική Χασπάπι, μέχρι την ανατίναξη του φράγματος, ώστε να υποχωρήσουν τα νερά που έσβησαν τον μικρόκοσμό τους από τον (πολιτισμένο) χάρτη...
Τα φιλοσοφικίζοντα, μα γνήσια παιδικά, voice-over της Χασπάπι περί συμπαντικής αρμονίας και οικολογικής απειλής, η άγρια γενναιότητα αυτών των αυτοεξόριστων παρίων του πολιτισμού, μια ονειρική σκηνή σε ένα παλιομοδίτικο μπορντέλο του Νότου, η σχέση της μικρής και του πατέρα, γεμάτη από καυγάδες, συμπόρευση και βαθύ συναίσθημα, η αλήθεια αυτού του τυπικού χάους απέναντι στην κενότητα του τυπικού πολιτισμού, είναι μόνο μερικά από τα ακατέργαστα μα ολόλαμπρα μαργαριτάρια αυτής της σπάνιας ταινίας.

Τατιάνα Καποδίστρια www.tospirto.net

Seven Films είπε...

Το αμερικανικό ανεξάρτητο φιλμ-έκπληξη της σεζόν μπαίνει στο μικροσκόπιο του «α»: όλα όσα πρέπει να ξέρετε για τη χαρισματική πρωταγωνίστρια, τον νεαρό σκηνοθέτη, τη φεστιβαλική και οσκαρική δικαίωσή του.

Το ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά στα Όσκαρ!

Πάνω στα συντρίμμια που άφησε πίσω του ο φονικός τυφώνας «Κατρίνα» στη Νέα Ορλεάνη χτίζει με ανεξάρτητα κινηματογραφικά υλικά ο Αμερικανός σκηνοθέτης Μπεν Ζάιτλιν το στιβαρό του δράμα «Τα Μυθικά Πλάσματα του Νότου». Το φιλμ, μοναδικός συνδυασμός ωμού ρεαλισμού και τραχιάς ποιητικότητας, ζουμάρει στις λεπτομέρειες που συνθέτουν τη μεγάλη εικόνα μιας οδυνηρής τραγωδίας: τις προσωπικές απώλειες, τη διάλυση του κοινωνικού ιστού και τα οικολογικά ζητήματα που κρύβονται στο σκούρο φόντο της. Πρωταγωνίστριά του η εξάχρονη Χάσπαπι, μια ηρωίδα που καλείται να αντιμετωπίσει σε μικρή ηλικία τα απειλητικά θεριά που υψώνονται μπροστά της. Αποκάλυψη της σεζόν η εννιάχρονη πρωταγωνίστρια Κουβενζανέ Γουάλις, ένα αξιαγάπητο «Πλάσμα του Νότου», που κατάφερε να γίνει η μικρότερη υποψήφια για Όσκαρ α΄ γυναικείου ρόλου και να ανακηρυχτεί σε νέο παιδί-θαύμα του αμερικανικού σινεμά. Όσο για τις συνολικά τέσσερις οσκαρικές υποψηφιότητες που κέρδισε το φιλμ, δείχνουν ότι το ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά συνεχίζει να βρυχάται…

3 πράγματα που πρέπει να ξέρετε για την πρωταγωνίστρια Κουβενζανέ Γουάλις


1. Οι γονείς της έπρεπε να πουν ψέματα για την ηλικία της, αφού όταν δοκιμάστηκε για το ρόλο ήταν μόλις 5 ετών! Βέβαια, κατάφερε να κερδίσει με την πρώτη την προσοχή του σκηνοθέτη Μπεν Ζάιτλιν, ο οποίος την επέλεξε ανάμεσα σε 4.000 ανήλικα κορίτσια.
2. Παρότι η ηλικία της ήταν μικρότερη από αυτήν που έψαχναν οι παραγωγοί, η μικρή από τη Χούμα της Λουιζιάνα μπορούσε να διαβάζει κανονικά, να ουρλιάζει ρεαλιστικά και να… ρεύεται κατά παραγγελία, χωρίς να έχει καμία εμπειρία στην ηθοποιία.
3. Η εννιάχρονη πλέον Κουβενζανέ έγινε η νεαρότερη υποψήφια για Όσκαρ α΄ γυναικείου ρόλου και η τρίτη νεαρότερη σε όλες τις κατηγορίες στην ιστορία του θεσμού. Επόμενος σταθμός της το «Twelve Years a Slave» του Στιβ ΜακΚουίν δίπλα στον Μπραντ Πιτ.

Η πορεία των «Πλασμάτων» προς τον οσκαρικό θρίαμβο


Τυφώνας «Κατρίνα»
Ο πέμπτος πιο φονικός τυφώνας όλων των εποχών στις ΗΠΑ άφησε το 2005 πίσω του 1.833 νεκρούς και 81 εκατ. δολάρια ζημιές. Η Λουιζιάνα –και ειδικότερα η γενέτειρα της τζαζ Νέα Ορλεάνη– υπέστη τις σοβαρότερες απώλειες, αφού ένα μεγάλο μέρος της καλύφτηκε με νερό.

Μπεν Ζάιτλιν
Ο 31χρονος σκηνοθέτης, που από το 2008 ζει μόνιμα στη Νέα Ορλεάνη, κατάφερε με το ντεμπούτο του να κάνει μια εξαιρετική πορεία στο αμερικανικό box office (12 εκατ. δολάρια), να κατακτήσει δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ –αφήνοντας απέξω τον Μπεν Άφλεκ– και να γίνει το πιο καυτό όνομα του indie σινεμά.

Βραβεία παντού
Η ταινία, η οποία γυρίστηκε πάνω στα συντρίμμια που άφησε πίσω του ο τυφώνας, κέρδισε το μεγάλο βραβείο στο Σάντανς και ταξίδεψε στη συνέχεια στις Κάνες, φεύγοντας με τη Χρυσή Κάμερα στις αποσκευές της. Οι τέσσερις υποψηφιότητες για Όσκαρ ήταν το κερασάκι στην τούρτα.


Γιάγκος Αντίοχος ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Seven Films είπε...

Στο φιλμ του 29χρονου μόλις Μπεν Ζάιτλιν «Τα μυθικά πλάσματα του Νότου», που επίσης παραστατικοποιεί την καταφυγή ενός παιδιού στην παρηγορητική φαντασία, ανάλογη είναι η απόδραση της 6χρονης Χάσπαπι, όχι όμως παρόμοια. Καθώς η Χάσπαπι είναι μεγαλωμένη όχι σε εύπορο μεσοαστικό σπιτικό, όπως ο Μαξ, αλλά σε αυτοσχέδιο καλύβι στους βάλτους της Λουιζιάνα, μέσα στη φτώχεια και τη μιζέρια που επιβάλλει η λασπώδης καθημερινότητα της περιοχής - ονομαζόμενης, όχι τυχαία, «Μπάθταμπ» δηλαδή μπανιέρα.
Επίσης, εκείνο που επιταχύνει την ήδη ζωηρή φαντασία της δεν είναι απλά ένας οικογενειακός καβγάς, με τον σκληρό, πραγματιστή, ασθενικό μπαμπά της (η μητέρα είναι από χρόνια απούσα), αλλά η πέραν κάθε ελέγχου φύση, που θα αποδεσμεύσει τη δύναμή της με έναν ολέθριο τυφώνα (είναι ο «Κατρίνα» και ας μην ονομάζεται ποτέ).
Κτήνη
Ακόμα, και συνεπώς εντός του μυαλού της κατοικούν όχι σκανδαλιάρικα τερατάκια, αλλά κτήνη οργισμένα με τη μορφή τεράστιων αγριόχοιρων, σύμβολα, θαρρείς, της άρρηκτης και εξακολουθητικής σχέσης του τόπου με την άγρια προϊστορία του, και της ίδιας με τη φύση που την ανέθρεψε και το ένστικτο της επιβίωσης που μονίμως καλλιεργεί για να κινείται εντός της. Κατά μια έννοια, η Χάσπαπι είναι η ίδια, ένα από τα πρωτόγονα πλάσματα που οραματίζεται. Και ο Ζάιτλιν κινηματογραφεί την πρόωρη ενηλικίωση -και βίαιο εκπολιτισμό- της σαν αποκάλυψη κοσμική, κινούμενος ταιριαστά στον πέραν κάθε ηθικού κατηγορήματος χώρο της αλληγορίας και χωρίς στιγμή να παραπατά σε εκείνον της παραμυθένιας, ηθικοπλαστικού τύπου παραβολής, έστω κι αν παγιδεύεται πού και πού, πάνω στον ενθουσιασμό του, στην ευκολία (οι φωτογενείς, υπερστιλβωμένες μνήμες της χαμένης μητέρας) ή την υπερβολή (παραφορτωμένη η εκτός κάδρου αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο), εκεί που θα χρειαζόταν η αφαίρεση.
Οπως και να 'χει όλα σε τούτο το φιλμ, ακόμα και τα «μυθικά» είναι γερά ριζωμένα στη γη που τα γέννησε, και αυτό μαζί με το εξίσου γήινο και ουδέποτε «χαριτωμένο» βλέμμα της φοβερής Κουβενζανέ Γουόλις, είναι οι κύριες αρετές ενός χειροποίητου πρωτόλειου, που, ως τέτοιο, μπορεί να έχει τις ανισότητές του, συνιστά, ωστόσο ό,τι πιο παθιασμένο μας έδωσε το ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά φέτος.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Το φιλμ προτείνεται για τέσσερα Οσκαρ, ανάμεσά τους και για την ερμηνεία τής μόλις 6 ετών τότε Κ. Γουόλις.
ΡΟΜΠΥ ΕΚΣΙΕΛ ΕΘΝΟΣ

Seven Films είπε...



Ξεκινώντας με ενέργεια, ένταση και εικόνες εντυπωσιακής ομορφιάς ντυμένες με μια εξίσου υπέροχη μουσική, το «Beasts of The Southern Wild» σε αφήνει άφωνο, από τα πρώτα κι όλας λεπτά του, πριν ακόμη ο τίτλος της ταινίας εμφανιστεί στην οθόνη.

Τοποθετημένη σε ένα τοπίο ανάμεσα στην πραγματικότητα της πλημμυρισμένης Νέας Ορλεάνης κι ένα κόσμο σχεδόν μυθολογικό, με μια ιστορία, λογική και κανόνες ξεκάθαρα δικούς της, η ταινία του Μπέν Ζάιτλιν, μας εισάγει στο μικρόκοσμο του Μπάθταμπ, ενός νησιού στην ακτή της Λουιζιάνα, πέρα από τα γιγαντιαία φράγματα που κρατούν τος κατοίκους της ξηράς στεγνούς. Εναν κόσμο όπου τα μωρά δεν έχουν καρότσια, οι αργίες δεν έρχονται μια φορά το χρόνο και οι κάτοικοι του, ζουν μακριά από τον πολιτισμό, έχοντας μια πρωτόγονη, σχεδόν διονυσιακή επαφή με την φύση.

Αναμεσά τους η εξάχρονη Χάσπάπι, ένα κοριτσάκι που ζει στην καλύβα της, δίπλα σε αυτή του πατέρα της και έχει την δική της φιλοσοφία για την ζωή. «Κάθε κομμάτι έχει τη δική του θέση στον κόσμο μας. Ακόμη κι αν το μικρότερό από αυτά φύγει από την θέση του, ο κόσμος μας κινδυνεύει» λέει. Με τον πατέρα της να υποφέρει σοβαρά από την καρδιά του και μια επικείμενη καταιγίδα να απειλεί την ίδια τους την ύπαρξη, η Χάσπάπι έρχεται αντιμέτωπη πολύ πιο γρήγορα απ όσο θα έπρεπε με μια επώδυνη συναισθηματική ενηλικίωση.

Μεγαλωμένη να είναι δυνατή, να κρατά τα δάκρυα κρυμμένα, να δείχνει τα ποντίκια στα μικροσκοπικά της μπράτσα φωνάζοντας «I'm the man», δεν παύει να είναι ένα μικρό κορίτσι. H προσπάθειά της και του πατέρα της να επιβιώσουν, η επιμονή του να παραμείνουν στον τόπο τους ακόμη κι όταν αυτός καλυφθεί σχεδόν ολοκληρωτικά από τα νερά, μοιάζει με ένα σχεδόν δονκιχωτικό ταξίδι γεμάτο προκλήσεις. Ο Ζάιτλιν το καταγράφει με λυρισμό αλλά κι ένταση και με την εισαγωγή ενός ακόμη μυθολογικού στοιχείου, βγαλμένου από την φαντασία της μικρής ηρωίδας του: Τα παγόβουνα που λιώνουν, απελευθερώνουν προϊστορικά τέρατα, πλάσμα που σκορπούν την καταστροφή και έρχονται να φέρουν το τέλος.

Καθώς η ταινία προχωρά οδηγώντας τους ήρωες της σε μια σειρά από κινδύνους και δοκιμασίες, δεν χάνει ποτέ τον βηματισμό της ακόμη κι αν αλλάζει τον ρυθμό, εισάγει ιστορίες και στιγμιότυπα που θα μπορούσαν από μόνα τους να αποτελούν ξεχωριστές ταινίες. Στα ενενήντα λεπτά της διάρκειάς του, μοιάζει τόσο πυκνό και έντονο, που βγαίνεις από την αίθουσα νιώθοντας πως έχεις περάσει μια ολόκληρη ζωή με τους χαρακτήρες.

Ισως γιατί το σινεμά του Ζάιτλιν, έχει κάτι από την χαλαρή υφή ενός παραμυθιού ή ενός ονείρου, αλλά και μαζί την αμεσότητα ενός ύφους σχεδόν ντοκιμαντερίστικου. Την ποίηση ενός μαγικού ρεαλισμού που θυμίζει τις καλύτερες στιγμές του σινεμά του Κουστουρίτσα πριν παραδοθεί στην απόλυτη ευκολία του φολκλόρ, αλλά με την μελαγχολία και την ποιότητα ενός χειροποίητου, lo fi Τέρενς Μάλικ.

Ισως πάλι γιατί η καρδιά του φιλμ είναι τόσο μεγάλη που χωρά ολόκληρη την αίθουσα μέσα της, ή γιατί η γοητεία αυτής της σχεδόν πρωτόγνωρης εμπειρίας που αγγίζει τόσο το θυμικό όσο και το μυαλό, σου θυμίζει ξανά την πρωταρχική χαρά, του να βλέπεις σινεμά, με κερασάκι στην τούρτα, μια μικρή πρωταγωνίστρια που αξίζει κάθε έπαινο και κάθε βραβείο, και φυσικά την υποψηφιότητα στα Οσκαρ που δικαίως κέρδισε.

Η Κουαβεζανέι Γουόλις παραδίδει μια ερμηνεία, σπάνιας έντασης και βάθους, με εικόνες που δεν είναι ποτέ τίποτα λιγότερο από μαγικές, βοηθώντας σημαντικά το «Beasts of the Southern Wild», να προβάλλει σαν ένα instant classic του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά και μια ταινία που θα ορίσει τη συνέχεια του, με τον τρόπο που φιλμ όπως «George Whashington» ή το «Στην Καρδιά του Χειμώνα» το έκαναν στο παρελθόν...
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ www.flix.gr

Seven Films είπε...

Η εξάχρονη Hushpuppy ζει με τον αλκοολικό πατέρα της Wink στο αυτοσχέδιο σπίτι τους. Είναι η αδιαμφισβήτητη βασίλισσα της μικρής της ζούγκλας: το βασίλειό της αποτελείται από ένα ακατάστατο και βρώμικο σπίτι, τη σαπιόβαρκα του πατέρα της και τους τριγύρω βάλτους. Υπήκοοί της, όλα τα πραγματικά και φανταστικά πλάσματα που την περιτριγυρίζουν: όταν θέλει να ηρεμήσει, ακούει τους χτύπους της καρδιάς τους. Όταν πρέπει να φάει, τα κυνηγάει και τα πιάνει με τα χέρια της. Κι όταν τρομάζει, τα βλέπει μπροστά της, ολοζώντανα, ακόμα και με μάτια κλειστά. Πραγματικά ή φανταστικά, όλα τα μαγικά πλάσματα του Νότου επικοινωνούν, με τον τρόπο τους, μαζί της. Η ελευθερία της είναι απεριόριστη, όπως και το θάρρος το θράσος της. Ταυτόχρονα όμως, η ατρόμητη Hushpuppy είναι μόνη, τρομαγμένη κι αποζητά την ανθρώπινη επαφή, ψάχνοντας συνειδητά και ασυνείδητα την απούσα μητέρα της και προσπαθώντας να εκμαιεύσει λίγη τρυφεράδα από τον σκληροτράχηλο, άρρωστο πατέρα της. Η ατρόμητη βασίλισσα της ζούγκλας στην πραγματικότητα φοβάται τη μοναξιά, τρέμει τους βάλτους, τις καταιγίδες που χτυπούν αλύπητα την περιοχή και τα άγρια ζώα της πραγματικότητας και της φαντασίας της.

Η Hushpuppy και ο Wink ζουν σε μια απομακρυσμένη, αποκομμένη περιοχή χαμένη κάπου σε μια λασπωμένη γωνιά της Louisiana. Το 'Bathtub' ('μπανιέρα'), όπως πολύ ταιριαστά ονομάζεται η περιοχή στην οποία ζουν, δεν είναι ακριβώς οικισμός, αλλά και ούτε ακριβώς βάλτος: οι λιγοστοί άνθρωποι που ζουν εκεί, μοιάζουν αναπόσπαστο μέρος αυτού του βαλτώδους οικοσυστήματος. Σαν να γεννήθηκαν κι αυτοί μες από τους βάλτους και να μεγάλωσαν μαζί με τα άγρια ζώα. Γι' αυτό, παρόλο που ο τρόπος ζωής τους σ' αυτό το ιδιόμορφο οικοσύστημα είναι σκληρός και τραχύς, με μηδενικές συνθήκες υγιεινής και ελάχιστη ασφάλεια, εκείνοι όχι μόνο τον θεωρούν αυτονόητο και τον απολαμβάνουν, αλλά και θα τον διεκδικήσουν λυσσαλέα όταν μια φυσική καταστροφή και η μετέπειτα έξωθεν παρέμβαση θα απειλήσει να τους διώξει.

To «Beasts Of The Southern Wild» είναι μια ταινία ξεχωριστή. Είναι σκληροτράχηλη και στενάχωρη σαν τον αλκοολικό και ξεροκέφαλο Wink, μα και τρυφερή και αισιόδοξη σαν την ατρόμητη Hushpuppy. Είναι βουτηγμένη στους βάλτους και τη βρωμιά του Μισισιπή, αλλά και φιλτραρισμένη στη χρυσόσκονη της αχαλίνωτης παιδικής φαντασίας. Μυρίζει θάνατο κι αρρώστια και πόνο, αλλά ταυτόχρονα σφύζει ανεξήγητα από ζωή. Και παρόλο που μοιάζει αποκομμένο από τους ανθρώπους, τελικά ξεχειλίζει από ανθρωπιά.

Ίσως είναι οι ερμηνείες της (υποψήφιας για Όσκαρ) Quvenzhane Wallis και του (επίσης εξαιρετικού) Dwight Henry, ίσως η υπέροχη μουσική επένδυση, ίσως είναι ο αφοπλιστικός τρόπος που η Hushpuppy μας αφηγείται την ιστορία της, ίσως είναι πως ακροβατεί περίτεχνα ανάμεσα στην πρόσφατη πραγματικότητα του τυφώνα Katrina και την άχρονη κινηματογραφική μυθοπλασία. Το βέβαιο είναι ότι ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Benh Zeitlin έχει πετύχει ένα μοναδικό κράμα, που η σκληρότητα, η αγριάδα κι η ασχήμια πηγαίνουν χέρι-χέρι με την τρυφερότητα, τη φαντασία και την ομορφιά. Ένα κράμα ιδιότυπο, που μοιάζει συγχρόνως ακατέργαστο αλλά και δουλεμένο στην εντέλεια. Ένα κράμα σίγουρα όχι εύπεπτο, μα που αφήνει μια γεύση πρωτόγνωρη, ανεξήγητη και αναμφίβολα μοναδική.
ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΡΑΝΤΟΥ www.cinemanews.gr

Seven Films είπε...

Μια ιστορία συγκινητικής αναζήτησης για θαλπωρή και προστασία με φόντο μια φανταστική πραγματικότητα, που ωστόσο δεν είναι και τόσο φανταστική, αφού από τον καταστροφικό τυφώνα Κατρίνα στη Νέα Ορλεάνη το 2005. Τότε υποχώρησαν αναχώματα που προστατεύανε την πόλη και στις συνέπειες συμπεριλαμβάνονται 1833 ανθρώπινες ζωές, 81 εκατομμύρια δολάρια κόστος υλικών ζημιών, αλλά και μια μη υπολογίσιμη σε νούμερα οικολογική καταστροφή. Οι προβλέψεις δε των επιστημόνων για την πορεία του πλανήτη μας σε σχέση με τις παρεμβάσεις του ανθρώπου στο οικοσύστημα με την ανορθολογική χρήση των επιτευγμάτων του τεχνολογικού πολιτισμού του, είναι ιδιαίτερα δυσοίωνες Εξάλλου και ο κοινός νους αντιλαμβάνεται πως έχουμε εγκλωβιστεί σε μιαν αδιέξοδη διαδρομή που μας επιβάλλει η τεχνολογική εξέλιξη.
Ο άνθρωπος στο διπλό ρόλο θύτη και θύματος και με τον Θεό αδιάφορο θεατή στην καλύτερη περίπτωση. Εκτός κι αν είναι όλα μέρος του ευφυούς σχεδίου του. Ο Γουίνκ και η παρέα του επιμένουν να μένουν στο περιθώριο αυτού του πολιτισμού, αρνούμενοι να οικειοποιηθούν ή έστω να κάνουν χρήση, τουλάχιστον της ιατρικής γνώσης και φροντίδας.
Αυτό βέβαια θυμίζει λίγο τις εμμονές οπαδών κάποιων θρησκευτικών αιρέσεων, όπου αρνούνται την μετάγγιση αίματος, παρακολουθώντας νηφάλια τα επιταχυνόμενα βήματα του θανάτου να τους πλησιάζουν. Αλλά έτσι είναι το περιθώριο: άλλη, η εξάχρονη Χάσπαπι είναι εφοδιασμένη με τη γαλούχηση του πατέρα της για τα δύσκολα, έχει και τη συνδρομή της παιδικής αθωότητας μέχρι και αφέλειας, που την κάνουν δυνατή. Εξάλλου, έχει βιώσει την απώλεια της μητέρας ή καλύτερα έχει βιώσει την απουσία της, ότι χειρότερο για ένα παιδί.. Όμως, πόσο έτοιμη μπορεί να είναι όταν ολοκληρωθεί η απώλεια και μάλιστα παράκαιρα;
Πόσο εξοπλισμένη μπορεί να είναι στο απρόσμενο ραντεβού με τη μοναξιά; Πάντως, έτσι κι αλλιώς, η μοίρα της είναι να συνεχίσει. Το ίδιο είχε κάνει και το μικρό αγόρι στον «Δρόμο» του Τζον Χίλκοουτ, μετά την ολοκληρωτική καταστροφή: πήρε τη σκυτάλη από τον πατέρα που υπερασπίστηκε το παιδί του μέχρι τελευταίας ρανίδας, τη συνέχειά του, τη συνέχεια του ανθρώπινου οδοιπορικού. Η Χάσπαπι θα συνεχίσει. Το θέμα είναι τι έδαφος δημιουργούμε εμείς για να συνεχίσει. Η ταινία του Μπεν Ζάιτλιν είναι μια φθηνή παραγωγή, γυρισμένη με κάμερα στο χέρι, χωρίς τεχνικούς εντυπωσιασμούς, αλλά πλούσια σε φαντασία, δύναμη συναισθημάτων και με οικολογική ευαισθησία.
Ένα άγριο χλιμίντρισμα οικολογικής ευαισθησίας στο φόντο μιας αναπόδραστης καταστροφής, που θέλει κουράγιο για να αντιμετωπίσεις, θάρρος για να εξοικειωθείς. Όπου κι αν πας, ότι κι αν κάνεις, όπου κι αν κρυφτείς, δεν πρόκειται να σωθείς. Το μόνο που απομένει είναι να αφεθείς στις επιταγές της φύσης, να συνυπάρξεις μαζί της, χωρίς να προσπαθείς να την ξεγελάσεις. Κι όταν έρθει το τέλος σου, να είσαι εκεί, έτοιμος να παραδώσεις τη σκυτάλη στο παιδί σου που έχεις προετοιμάσει να συνεχίσει. Το σύμπαν δεν τελειώνει με σένα και μένα. Και οι αγαπημένοι που χάνουμε εξακολουθούν να υπάρχουν στην ψυχή μας, στη μνήμη μας, στις αφηγήσεις μας. Όλα ιδωμένα μέσα από τα μάτια της μικρής χαρισματικής Χάσπαπι την οποία υποδύεται υποδειγματικά η εννιάχρονη Κιουβενζανί Γουάλις και διεκδικεί Όσκαρ. Είμαστε υποχείρια του τεχνολογικού πολιτισμού μας και χρειαζόμαστε επειγόντως τη συνδρομή του πνευματικού πολιτισμού να τιθασεύσει τη ματαιοδοξία μας, την αλαζονεία μας, να χειραγωγήσει την αφέλειά μας, να ενεργοποιήσει τη σκέψη μας, να πυροδοτήσει την ψυχή μας. Ίσως τότε να υποχρεωθεί η εξουσία σε άσκηση ανθρωποκεντρικής πολιτικής και όχι την εφαρμογή της αυτοκαταστροφικής απληστίας.

Γιάννης Ν. Γκακίδης ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ

Seven Films είπε...


Τα Μυθικά πλάσματα του πρωτοεμφανιζόμενου Μπεν Ζάιτλιν είναι, περισσότερο από μια ιστορία ενηλικίωσης, ένα αλληγορικό παραμύθι αρχέγονης επιβίωσης -σε ένα εκ των προτέρων μετα-αποκαλυπτικό περιβάλλον- που φέρει την απόχρωση μιας συνειδητής ταξικότητας και μιας υπόρρητης διελκυνστίδας μεταξύ πρωτόγονων ενστίκτων και ανθρωπιάς, αποβλέποντας σε μια ιδεαλιστική συμπαντική ισορροπία.
Από την πρώτη βαρκάδα της διμελούς οικογένειας, παρατηρούμε ένα τείχος να χωρίζει το εκβιομηχανισμένο αστικό περιβάλλον από την πλωτή παραγκούπολη τους, την οποία αποτιμούν ως το ομορφότερο μέρος του κόσμου, διάγοντας εορταστικά αγαπημένοι και έχοντας αναπτύξει μια εναρμόνια σχέση με την ακατέργαστη όψη της Φύσης. Μεγαλώνοντας με μυθικές ιστορίες άγριων πλασμάτων, όπως αυτή για τους Βόνασους (προγόνων του μεταγενέστερου βίσονα), η Χάσπαπι συμφιλιώνεται με τη συνεχή επαγρύπνιση για επιβίωση, ενώ συγχρόνως μάχεται για να διατηρήσει την ανθρωπιά, χαρακτηριστικό που ούτε διέθεταν οι Βόνασοι ούτε αποπνέεται από την, εχθρική στα μάτια τους, αστική ασχήμια.
Με εμφανείς τις αναφορές στη φυσική καταστροφή του τυφώνα Κατρίνα, αλλά και στα παρεπόμενα για τους πληβείους της Λουιζιάνα στη Νέα Ορλεάνη, ο Ζάιτλιν με αεικίνητη κινηματογράφηση και όμορφη μουσική επένδυση (που συνέθεσε ο ίδιος, παρέα με τον Νταν Ρόμερ -με τους ήχους της τσελέστας να επικρατούν ορθώς) μας προσφέρει μια ευαίσθητη και γεμάτη αξιοπρέπεια -συγκρατημένα συναισθηματική και συγκαταβατικά οικουμενική- ταινία που έγραψε ιστορία στο φεστιβάλ του Σάντανς (Μεγάλο βραβείο επιτροπής, βραβείο φωτογραφίας), επιδοκιμάστηκε σθεναρά στις Κάννες (Βραβείο οικουμενικής επιτροπής, Fipresci, βραβείο νεότητας και Χρυσή Κάμερα) και είναι πλέον υποψήφια για τέσσερα Όσκαρ (Καλύτερης ταινίας, καλύτερης σκηνοθεσίας, α’γυναικείου ρόλου και διασκευασμένου σεναρίου), χωρίς ωστόσο να διεκδικεί κάποιο από αυτά με ρεαλιστικές αξιώσεις.
Ιωάννης Moody Λαζάρου ΕΞΩΣΤΗΣ

Seven Films είπε...

Επιτέλους, ένα αληθινά πρωτότυπο έργο που δεν ακολουθεί καμιά σεναριακή φόρμουλα και είναι αποτέλεσμα του ενθουσιασμού του δημιουργού της, Νεοϋορκέζου Μπεν Ζέιτλιν, καθώς τα τελευταία χρόνια πήγε να ζήσει στη Νέα Ορλεάνη και προφανώς έπαθε θετικό πολιτισμικό σοκ. Η Λουιζιάνα δεν είναι Αμερική. Από την αρχή, ίσως χάρη στο τροπικό της κλίμα, τους Γάλλους (ο καθολικισμός και η ορθοδοξία είναι καμουφλαρισμένος παγανισμός), την επίδραση της Καραϊβικής και βέβαια την ισχυρή παρουσία των μαύρων, η περιοχή αυτή ξέφυγε από τα νύχια του ιουδαιο-προτεσταντικού καπιταλισμού (κατά ειρωνεία, ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος είναι από πατέρα Εβραίο και μητέρα προτεστάντισσα) και κράτησε μέχρι τώρα κάποια πολύτιμα στοιχεία της άγριας ζωής, του πρωτογονισμού, όπου οι άνθρωποι, αδελφωμένοι και χωρίς διακρίσεις, παλεύουν με τα στοιχεία της φύσης και προτιμούν την ποίηση από τη βαρβαρότητα του «πολιτισμού». Αν δει κανείς τουλάχιστον τον πρώτο κύκλο της σειράς «Treme» (Νέα Ορλεάνη στη μετά Κατρίνα εποχή, που ξεκίνησε το 2010 και τρέχει ακόμη), θα καταλάβει ότι πολύ συνειδητά, οι άνθρωποι εκεί αντιστέκονται στην κουλτούρα του κέρδους και της εξουσίας κι επιμένουν στη μαγική σκέψη.

Ο Ζέιτλιν προφανώς ένοιωσε τέτοια πράγματα κοντά τους, είδε ανθρώπους συντονισμένους με τη γη, τα ζώα, τη βροχή, τους μύθους, τους είδε να γιορτάζουν μέσα στη φτώχεια τους και συνέλαβε την ιδέα αυτού του ποιήματος. Γιατί πρόκειται, όχι για μια πολιτική ταινία, αλλά για ένα ανθρωπολογικής σύλληψης ποίημα πάνω στην άγρια κι ευγενή ζωή, μια ζωή που θρέφεται από τη φαντασία και το αίσθημα. Για αυτό και υιοθετεί τη ματιά ενός 6χρονου κοριτσιού για να αφηγηθεί μια ιστορία επιβίωσης, τυφώνων και σπαρτιάτικης αγωγής από έναν θνήσκοντα πατέρα-μαχητή, μια ιστορία που πατάει στον ποιητικό ρεαλισμό και υψώνεται μέχρι παραμύθι.

Παραισθητικός ρυθμός και μουσική, νατουραλιστικές εικόνες, παραμυθένια μονταρισμένες, που μου έφεραν στο νου τον Απιτσατπόνγκ Βερασεθάκουλ και δύο πρωταγωνιστές (πατέρας-κόρη) που σε πείθουν, σε παρασύρουν, με προεξάρχουσα τη μικρή Κουβενζανέ Γουάλις -διάνα του Ζέιτλιν στην επιλογή και διεύθυνση τους.

Υπάρχει ένα πλάνο στα ζενερίκ με την ηρωίδα σε κόντρ-λιμιέρ να τρέχει (είναι και η βασική αφίσα). Το πλάνο θυμίζει έντονα τη θρυλική τραγική φωτογραφία του κοριτσιού από τη σφαγή στο βιετναμέζικο Μάι Λάι. Μόνο που εδώ η δραματική δύναμη προκύπτει από μια γιορτή του κόσμου, όχι έναν κατατρεγμό. Όσο για τα προϊστορικά βουβάλια που διαρκώς η μικρή Χασπάπι φαντάζεται, είναι ακριβώς οι «Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες» της καβαφικής «Ιθάκης», που στο τέλος θα αντιμετωπίσει με αφοπλιστική ωριμότητα.
ΧΑΡΗΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ www.cine.gr

Seven Films είπε...

Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου στα πλημμυρισμένα bayou της Λουιζιάνα, ζούσε η εξάχρονη Χασπάπι, ορφανή από μάνα, μ’ έναν πατέρα που πολεμούσε με την ίδια του την καρδιά για να μείνει ζωντανός. Αυτό δεν είναι το παραμύθι τους.

Έχοντας συγκεντρώσει μια απίστευτη σωρεία από βραβεία (πόσω μάλλον για το ντεμπούτο ενός 29χρονου σκηνοθέτη), ξεκινώντας από το περσινό Sundance, κερδίζοντας ακόμη και τις Κάννες (Χρυσή Κάμερα) και καταλήγοντας να διεκδικεί τέσσερα από τα σημαντικότερα Όσκαρ του 2013 (μεταξύ των οποίων και για καλύτερη ταινία!), το «Beasts of the Southern Wild» έρχεται να δώσει στο αμερικανικό σινεμά μια πνοή φρεσκάδας, καταφέρνοντας να σε πείσει για την εσωτερική του δύναμη, περισσότερο από όσα επιχειρεί να πραγματώσει αφηγηματικά, μέσω της τόσο δα μικρής του ιστορίας.

Η ατμόσφαιρα του φιλμ του Μπεν Ζάιτλιν δε μεταφέρεται εύκολα με λόγια και το να «μεταφράσεις» τα αλληγορικά σύμβολα ή μηνύματά του σχεδόν αφαιρεί το μυστικιστικό δεσμό του με το μαγικό ρεαλισμό. Στο πρωτόγονο περιβάλλον ζωής αυτών των ανθρώπων, που μονάχα η Φύση τρομάζει, με τις καταιγίδες και τους πάγους που λιώνουν σε τόπους μακρινούς τούτου του πλανήτη, η μικρή Χασπάπι είναι ένας άλλος Τομ Σόγιερ, που προσπαθεί να βρει τη σοφία που κρύβουν οι εικόνες γύρω της, αυτό το καλειδοσκόπιο από τα πρώιμα έργα – της αγνότητας – του Τέρενς Μάλικ. Όχι με έναν προφανή τρόπο σύγκρισης, όμως. Με έναν τόνο ηρωισμού και θέλησης που νικά τις φοβίες και γεννά τους θρύλους.

Σκηνοθέτης, σεναριογράφος και συνθέτης της ταινίας, ο Ζάιτλιν παντρεύει το βιβλικά παρελθοντικό με το φαταλιστικά φουτουριστικό, αφήνοντας το θεατή να αντιληφθεί μόνος του, με τα ολόδικά του αποθέματα ψυχής, την εποχή αυτής της οικολογικής παραβολής που λες και θέλει να βγάλει ρίζες μέσα σου και να κρατηθεί εκεί, για να χτίσει ένα νέο κόσμο, άγνωστο, ίσως ανύπαρκτο, αλλά έτοιμο να ανα-γεννηθεί. Έναν ομφάλιο λώρο που θα θρέψει τη νέα, μεγάλη ελπίδα.

Είναι εμφανής, από νωρίς, η αμηχανία του Ζάιτλιν να φτάσει σ’ αυτόν το δρόμο, προς τα ιδανικά που επιφυλάσσει το αύριο για την Χάσπαπι. Η τύχη τον ευνοεί ως πρωτάρη, όμως, η απειλή που φέρνουν για τη μικρή ηρωίδα τα προϊστορικά κτήνη του τίτλου μαζί με την απότομη εισβολή… ρεαλιστικών στοιχείων και καταστάσεων, αποπροσανατολίζουν το όλο εγχείρημα, το οποίο, ευτυχώς, θα βρει ξανά τη σανίδα σωτηρίας μέσω της… φυγής, η οποία θα τοποθετήσει ουσιαστικά, πια, στην καρδιά της ιστορίας το μητρικό σύμβολο που είχαμε ανάγκη και εμείς, οι θεατές, να αγκαλιάσουμε.

Εκπληκτική η σκηνογραφική δουλειά του πολιτισμικού νεκροταφείου που σε παρασύρει οπτικά, μαζί με τους όλο ζωντάνια χρωματικούς… κόκκους της ίδιας της φύσης, όπως τα καταγράφει ο φακός του Μπεν Ρίτσαρντσον, με τη μουσική να προσθέτει μια διάθεση γιορτινή έως και λυρική, μα πάντοτε βροντερή, σαν ηχώ που φτάνει ως τα εσώψυχα. Κοινώς, θα μπορούσε να είχε ακόμη τέσσερις υποψηφιότητες στα Όσκαρ τούτο το μικρό αλλά θαρραλέο εργάκι, που θα σε ξενίσει στην πρώτη επαφή, μα θ’ ανακαλύψεις πως έχει φωλιάσει μέσα σου καιρό μετά…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Σινεμά πέρα από τα είδη, ενίοτε τόσο ναρκισσιστικό που δεν μπορεί να δει τα ελαττώματά του, αλλά με τη δύναμη να σου μεταφέρει συναισθήματα και να σε ανασύρει από τη χειμερία νάρκη της κινηματογραφικής Τέχνης του σήμερα, «Τα Μυθικά Πλάσματα του Νότου» σε καλούν να τολμήσεις. Οι ενημερωμένοι καταλλήλως θεατές θα υποκλιθούν, οι με το ζόρι υποκινούμενοι από τις υψηλές ή υπερβολικές βαθμολογίες ενδεχομένως να βαρεθούν.
ΗΛΙΑΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ www.freecinema.gr

Seven Films είπε...

Ναι, αγαπητέ φίλε –λάτρη του Batman, του Spiderman και του Γκαούρ-Τάρζαν, καταλαβαίνω πως λιώνεις από αγωνία αλλά, πάρε τα 2 σέντσια μου αν τα θες, θα βγουν τα παιχνιδάκια σου ξανά (και μανά) στο πανί but…so EFFING what? Πόσο escapism γουσταίρνει η γκλάβα σου; Ξέρεις καλέ μου φίλε, έχω νέα για σένα, συνταρακτικά νέα: Υπάρχει ακόμη σινεμά. Υπάρχει ένας 29άρης ονόματι Benh Zeitlin, με μια μόνη μικρομηκάδικη στη ζώνη του προ 4ετίας, το Glory At Sea, που πραγματεύτηκε την τραγική απώλεια των συνεχιζόμενων καταστροφών στη Λουϊζιάνα. Αυτό το παιδί λοιπόν, προ δύο ετών, μαζεύει με κόπο $1,8Μ, φτιάχνει ένα crew 64 ανθρώπων, επί το πλείστον ερασιτέχνες και συνεχίζει να ψάχνει για καλλιτεχνικό χρυσάφι μέσα στο Bathtub της Bayou, στην περιοχή Terrebonne, εκεί πάλι, στη Λουϊζιάνα της μετά Κατρίνα εποχής.
Παίρνει το μονόπρακτο Juicy and Delicious της εξ’ απαλών ονύχων φίλης του ηθοποιού Lucy Alibar και αρχίζει την εξερεύνηση στους αφιλόξενους βάλτους, ώσπου συναντά τον φούρναρη, πατέρα πέντε παιδιών Dwight Henry. Παίρνει όλο το συνεργείο μαζί για να τον παρακαλέσει να δεχτεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Wink. Δέχεται με τον όρο να προβάρουν τις μικρές πρωινές ώρες ώστε να μπορεί να (ξε)φουρνίζει τα αρτοσκευάσματα των 30-40 κατοίκων του Bathtub, ενός σβώλου γης περικυκλωμένου από εκατομμύρια κυβικά νερού, που για τον ίδιο είναι η μόνη (υπερήφανη) επιλογή. O Benh αμολιέται να βρει την κεντρική ηρωίδα του, την κόρη του Wink, Hushpuppy. Τσεκάρει κοντά 4.000 κοριτσάκια, ώσπου ξεπροβάλλει εμπρός του ένα αλλόκοσμο μαυράκι, ένα στοιχειό της φύσης, ένα 5χρονο με το απίθανο όνομα Quvenzhane (Nazie) Wallis. Πάνω στους μικροσποπικούς ώμους της, μέσα από το πύρινο βλέμμα της, ο Zeitlin ξεκινά να γυρίζει.
Η ταινία πάνω απόλα είναι ένας θρίαμβος επιβίωσης, ανώτερος από τον Ινδιάνο Δρομέα, συγκλονιστικότερη από το Days of Heaven του Terrence Malick, αμεσότερη από το George Washington του David Gordon Green, παιχνιδιάρικη όσο The Adventures of Huckleberry Finn, διαχρονικά επίκαιρη ως οικολογικό μανιφέστο όσο το Louisiana Story του Robert Flaherty. Μαγικά ρεαλιστικό και οργιαστικά χαοτικό έργο όσο το Underground του (ομολογημένη επιρροή από τον δημιουργό) Εμίρ(η) Κουστουρίτσα και πηγαίο μέσα από τα νάματα του Αιμιλίου του Ζαν Ζακ Ρουσσώ.Απλά, καλέ μου φίλε, πρόκειται για 91 λεπτά που μπορεί να σου αλλάξουν την οπτική για τα πράγματα γύρω σου. Επιβίωση, ενηλικίωση, οικολογική καταστροφή, αρρώστια, θάνατος, κοπάδια προϊστορικών κάπρων να ξεκινούν από τα λιωμένα αρκτικά παγόβουνα και να ροβολάνε αχαλίνωτα μέσα από τη φαντασία της ηρωικής Hushpuppy ώσπου να υποκλιθούν μπροστά της, καθώς μόνο εκείνη ακουμπά το προσωπάκι της στο μέρος της καρδιάς κάθε ζωντανού κτίσματος της Φύσης για να του πάρει παλμό. Μια δόνηση που τοξοβολεί ψυχή, μια αρχέγονη κραυγή, ένα ασυγράτητα θυμωμένο «όχι» στον ενοχικό ψευδομεσσιανισμό της αστικής φιλανθρωπίας, ένα απαστράπτον «ναι» στη συμφιλίωση με την Παγγαία, στην ενόραση μιας κοινωνίας συμβιωτικής, αφιλοκερδούς, πλήρους μέσα στην στωική της αυτάρκεια. Η μουσική επένδυση από μόνη της (έργο επίσης υπογραφής Zeitlin), αξίζει το ρίσκο της σκληρής θέασης. O Obama κέρδισε τις εκλογές με υπόκρουση των τελευταίων ημερών της προεκλογικής του καμπάνιας το θέμα από το Glory At Sea. Έχω την εντύπωση πως αν τώρα παίξει το μουσικό χαρτί του Beasts of the Southern Wild θα τις ξανακερδίσει. O Α.Ο.Scott έγραψε πως η ταινία μοιάζει με μια οικεία μελωδία που δεν έχει συγκεκριμένη κατάταξη ως είδος, ίσως μια jazz παιγμένη με έναν πρωτοποριακά νεόκοπο ρυθμό που σε συνεπαίρνει. Επίσης σήμερα είδα έξω από την Aίθουσα 1 του TIFF Lightbox Theater μια επιγραφή που προειδοποιούσε ότι οι εικόνες πιθανόν να δημιουργήσουν προβλήματα κινητικής ισορροπίας σε κάποιους "ευαίσθητους" θεατές. Σε κάθε περίπτωση, για ένα είμαι πεπεισμένος μέχρι το καύκαλο μου: Το Beasts of The Southern Wild μου ανανέωσε την ελπίδα, την πεποίθηση, ότι το σινεμά μπορεί ακόμη να εμπνεύσει πίστη στο μεγαλείο της ανθρώπινης θέλησης για κάτι ωραίο, ως αληθινό.
ΤΑΚΗΣ ΓΚΑΡΗΣ www.lessthanzervo.blogspot.gr

Seven Films είπε...

Δεν το συζητώ και δεν το διαπραγματεύομαι πως αυτή εδώ είναι η καλύτερη φετινή ταινία της Οσκαρικής κούρσας. Καλά, το δεν το διαπραγματεύομαι μην το πάρεις προσωπικά, για μένα μιλάω, υποκειμενικά και παθιασμένα. Πες με ονειροπαρμένο, πες με ρομαντικό πάντως η δική μου τριάδα των ταινιών που θα ήθελα να δω φέτος, αποτελείται κατά σειρά προτεραιότητας, από «Τα Μυθικά Πλάσματα του Νότου», τη «Ζωή του Πι» και τους «Άθλιους». Έχω μια έφεση στη ονειροφαντασία και το μαγικό ρεαλισμό; Ναι είναι φανερό νομίζω από τις προτιμήσεις μου, εφ' όσον πιστεύω στη δύναμη της εικόνας. (Για τους «Άθλιους» είναι μια άλλη κουβέντα που θα την κάνουμε μέσα στην εβδομάδα). Οπότε το ερώτημα που μένει είναι γιατί τα «Πλάσματα» και όχι ο «Πι».

Επειδή πρόκειται για μια εντελώς χειροποίητη δημιουργία χαμηλού προύπολογισμού που στο τελικό της αποτέλεσμα, κατορθώνει να μεταδώσει πλούτο από ποίηση, εικόνα και συναίσθημα που άλλες ταινίες θα είχαν χρειαστεί τρία στούντιο για χρηματοδότηση. Επειδή η 6χρονη Κουβενζανέ Γουάλις, η μικρότερη ηλικιακά υποψήφια για Όσκαρ Α γυναικείου ρόλου, στην ιστορία του θεσμού είναι ένα θαύμα της φύσης με ασυγκράτητη δύναμη και φλόγα. Επειδή πρόκειται για σκηνοθετικό ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία από τον Μπεν Ζάιτλιν και κάθε άλλο παρά για ντεμπούτο μοιάζει. Επειδή είναι την ίδια στιγμή υπερβολικά φιλόδοξη και απόλυτα γειωμένη, κατορθώντας να σπρώξει τα όρια του σινεμά και να εφεύρει κάτι μοναδικό. Κι επειδή, σπάνια τα τελευταία χρόνια, είδα να συνδιάζεται με τέτοιο δημιουργικό τρόπο, η φαντασία με τον ρεαλισμό και η δημιουργία από το μηδέν ενός μαγικού, τρυφερού και ταυτόχρονα σκληρού κόσμου. Σε ένα σκηνικό, που θα μπορούσε να είναι κομμάτι από το «Mad Max» σε συνδιασμό με το «Λιβάδι που δακρύζει» σε ντοκιμαντέρ του National Geographic για τα φολκορικά έθιμα της Λουιζιάνα και την προϊστορική εποχή μαζί. Μια αποκομμένη και αυτόνομη (φανταστική) φτωχή περιοχή της Νέας Ορλεάνης, το Μπάθταμπ (Μπανιέρα) που σχεδόν κυριολεκτικά επιπλέει μέσα στα βαλτόνερα, με τα σπίτια καλύβες να είναι μεταποιημένες μαούνες, ξύλα και στοιβαγμένα σιδερικά μετά την καταστροφή.

Σε αυτή την περιοχή μεγαλώνει η μικρή Χασπάπι με τον μέθυσο πατέρα της, μέσα σε μια περίεργη σχέση σκληρότητας και τρυφερότητας, επαφής και απόστασης. Μέσα από τη φτώχια της καθημερινότητας, τους άλλους κατοίκους που μοιάζουν με καλόκαρδο αλλά μεθυσμένο χορικό από μιούζικαλ με τους συντελεστές να λιποθυμούν συνήθως από το αλκοόλ και την απόκοσμη μαγεία του φυσικού περιβάλλοντος , η Χασπάπι προσπαθεί να καταλάβει τη θέση της στο σύμπαν, τη σύνδεση της με αυτό. Και μέσα από το βλέμμα της, αυτό το οποίο ουσιαστικά χρησιμοποιεί και ο σκηνοθέτης, τα πάντα διαστέλλονται και αιωρούνται, χρωματίζονται και ενίοτε γίνονται απειλητικά. Όπως τα μυθικά προϊοστορικά πλάσματα του Νότου, με τα οποία η Χάσπαπι έχει «επαφή» όταν πρόκειται να συμβεί κάτι πολύ κακό. Που πρόκειται να συμβεί με τη μορφή μιας τρομακτικής καταιγίδας που πλησιάζει με απειλητικές διαθέσεις το Μπάθταμπ. Και θα δώσει την αφορμή για να βγουν στο προσκήνιο μυθικά πλάσματα, μυθικά συναισθήματα και μυθικές πράξεις, σε ένα από τα πιο συναρπαστικά και συγκινητικά παραμύθια για την αθωότητα, την ενηλικίωση, τη συνύπαρξη και την ομορφιά μέσα μας. Μεγάλο Βραβείο στο Φεστιβάλ του Σάντανς, Χρυσή Κάμερα στις Κάνες και τέσσερις υποψηφιότητες στα φετινά Όσκαρ για μια ταινία που δεν πρέπει να χάσεις για κανένα λόγο εκτός κι αν έχεις παραιτηθεί από το να ονειρεύεται
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ CINETROLL